stat

000 199














Ψάχνοντας για ραγιάδικο σύνθημα σ' έξυπνους τοίχους
βρήκα τα δικά μου ασκαταλαβίστικα έτη να τρέχουν
ωσάν τα σάλια ενός επιληπτικού δρομιάρη σοφού 
Ευτυχώς που ο Celentano μου έδωσε μποέμικη χαρά 
Να ζω και ν΄ αφοδεύω με τα έτη λιμέ λαγά το εγώ τέζα
Να σημαίνει κάτι 
πως δεν υπάρχω και το παιδί που γέννησα πεθαμένο
Το χνώτο μου να εκπνέει από στόμα σε στόμα 
που θέλει να φιλήσει νεκρό βάτραχο
Θυμάμαι
Καμιά φωνή δεν αποκρίθηκε -μη φοβάσαι"
Απαρχής το σώμα του έρωτα βρομούσε σάπιο ζώο
Σαν ρούχο πλυμένο σε σφαγείο ανθρώπων
Οι γοφοί της Raffaella τρίφτηκαν στην άσφαλτο 
του ξενερωμένου πλανήτη μου κι εγώ πίστευα πως 
κάτι θα πνίξει μέσα την εμπειρία που δεν έλαμψε
Το πεπρωμένο της σαβούρας είναι η λογική 
των ανίκανων ψυχών κι ότι πίστευαν κάτι σάρκες 
με ποιον ψεύτικης επίγνωσης π΄ αλλοιώνει τη γεύση
Καλά και χαμένα
Ούτε η γυναίκα ζωή ούτε ο άντρας θάνατος
έδειχνε να φοβάται τις φορές που τράκαρε 
το καύκαλο τους μ΄ ένα νέο " να σου συστήσω  
αυτοσχέδιο σύμπτωμα ψυχής
Κάθε τόσο κόβει η έννοια το τσιγάρο
την καλημέρα
τις φλέβες με την φαντασία
κι ένα κομμάτι σάρκας απ΄ το πέος
Δώρο στ΄ αρνητικό μου τίποτα 
που΄ναι χειρότερο απ'το θετικό
-Μη φοβάσαι" τώρα 
γιατί κανένας στίχος δεν το εννοούσε
κανένα στόμα δε μπορεί να το σηκώσει 
στης εμμονής τη καμπούρα 
γιατί είναι πλιάτσικο στη μυρωδιά μιας γυναίκας 
που χαϊδεύει τα μαλλιά σου
Ξεχνώ
Όταν κάθεται η αφωνία μόνη απέναντι 
σε μια στερεοφωνική γωνιά κι ακούει το εύκολο αίμα 
να καπνίζει και να πίνει 
δύσκολα χαρμάνια βραδινών περιπάτων
Και το γυμνόστηθο λαρύγγι να τραγουδά ροζ θορύβους
απ΄ τη πέρα χώρα των καθώς πρέπει φονιάδων
Όλα εν τάξει
Η γυναίκα βογκάει πριν γεννήσει δυστυχισμένα λόγια
Ξεδιψά με σπασμένα πρωινά μετανιωμένης ανταμοιβής
σε μια ανεξήγητη παρτίδα εκδίκησης
τρώγοντας σπάνια ζωοτροφή με το κεφάλι ψηλά
Αλς
Ο άντρας τρόπος πρέπει να πεθάνει
κι ότι καυχιέται και καλωσορίζει μια νέα απειλή
χαστουκίζοντας το κόκκινο μάγουλο της καρδιάς
Όπως τότε
στο δημοτικό της ξύλινης βέργας στα '70s
Η επιλογή ν΄ αντιστέκεται 
το γνωστό σοφά πάντα κοπριές χωνεύει
Ξέρει να σε βουλιάζει στην κρούστα της πληγής 
που θρέφει και σπρώχνει την συνήθεια να βλέπεις 
γραβατωμένα νεκροκρέβατα
χωρικές περηφάνιες στριμωγμένες σε barcode
και που και που σπάνιες αύρες που πρέπει να ζήσουν
Μα δεν προλαβαίνουν να καταλάβουν πως θέλουν 
να κινούν χνουδωτά νήματα
μέχρι να παρακμάσουν στα λευκά 
τους στιβάνια
-Μη φοβάσαι ποτέ"
Έχεις να καπνίσεις συνήθειες
Έχεις χρόνο 
να πεθάνουν τα πρησμένα με γάλα βαρίδια σου
Η γυναίκα ζωή ξέρει που ανταμώνουν οι ευτυχίες
Ξέρει να κράτα αυτό που στο τέλος πολεμιέται μετά
Κουτάλα και κύκλοι
Η γυναίκα αφήνει να κρέμονται οι άνθρωποι 
σαν αστείο μπρελόκ στη ζαχαρένια αλυσίδα
Μάνα είναι και δεν έχει καμία σημασία
Ποτέ δεν είχε απλά δεν το ξέρεις
Καμινάδες τοπία 
και ποιοι θα΄ ναι κρυμμένοι προσωρινά 
στη τσέπη του χρόνου τους
Κι αν ο σκοπός τους είναι βρώμικα άγιος 
οι θάλασσες σώζουν στιγμές από υγεία
τα βουνά ούτε βήμα πίσω η μπροστά θαυμάσια
όσο κάτι ξέρει να γνέφει με το σωμάτιο φόρεμα της
-Μη φοβάσαι θα σε ξαναγεννήσω"
Η σκέψη δεν αρκεί
Δεν κρίνει πόση δυστυχία είναι επίτιμη καλεσμένη 
σε χορό πάνω στο τρεμόπαιγμα του κεριού
Ένα λευκό παντελόνι
Μετρημένα δαιμονισμένα κρέατα στο τσιγκέλι 
της περήφανης αλφαβήτας ανάβει και σβήνει 
για νεολαία πλάκα 
σπάζοντας την μονοτονία του -δεν ξέρω"
Η φυλακές ψιθυρίζουν ακόμα μέσα μου
-Μη φοβάσαι θα σε σταυρώσω πριν δραπετεύσεις"
Συμβαίνει κάθε φορά που φονεύεται 
ένα αυτοσχέδιο σύμπτωμα μιας έμμονης αγίας φωνής
και στερούν τα έντερα στη ψυχή το ταξίδι 
μ΄ οινόπνευμα γράψιμο κι υποσχέσεις από σένα σε σένα
Η Χρύσα ξέρει ότι θα μαθευτεί σ΄ εκατό χρόνια
κι είναι το δακρυσμένο μου πάτωμα
Η μυθομανής Εβραία γυναίκα 
πλάστηκε για χάρη της υπερούσιας συνείδησης
Λέγει -
-Φτύσε το -έχει χρώμα η απάτη κι ουσία μεγάλη
θα σε κοιτάξει να κολυμπάς στο αλκοόλ του "δεν ειμί" 
ωσάν ήσυχο φύλλο
Σαν κάτι που ξεραίνεται 
πέφτει 
και ξεφυτρώνει στην μήτρα μιας εφήμερης Μαγδαληνής 
Η δολοφόνος έρωτας χωρίς σώμα κατάληξη δε φοβάται
Με γέννησε
Πάσχει πια
Η γυναίκα στην εντατική της μιλιάς 
μιας μολυσμένης γλώσσας πάνω σε υπέρμαχο πέος μεθά
Καλύτερα να πέθαινα τώρα
Η πλατωνική γυναίκα διεύθυνση ταξίδι σε θολά γράμματα 
προς την δυστυχία του μέσου νου
διδακτικό μαστίγωμα πλαστής ιστορίας έγραψε -
-Η γυναίκα φωλιά φροντίδα του ζω κι ελπίζω στάγδην 
-μαμά μου" στα δύσκολα του φόβου πέθανε
Η καληνύχτα στον Henry 
εγωμανία φοβισμένου αυτόχειρα απέδειξε
Η γυναίκα οργή προσπάθεια 
προς το εύστοχο μπινελίκι της παντομίμας απελπισμένης 
πρωτόγονης εξελικτικής αστοχίας στο κρίμα συμβαίνει 
Αυτή η πανέμορφη αθάνατη πόρνη δεν κλαίει πια
Μου καίει τη γλώσσα
Το ανήμπορο λευκό του νου
Αυτό που είναι και δεν ομοιάζει 
με την λυσσασμένη 
μέχρι το κόκαλο φαγούρα των στρατιωτών του Ελύτη 
Αυτό που δεν λιώνει στο χώμα
Που όλα εκεί κι εδώ καταλήγουν
Κι όλοι μου λεν 
να το κουτουλήσω με λογική κι εύκολη αποδοχή
κάθε φορά που για ν'΄αναμετρηθείς 
με το σίγουρο τέλος της όμορφης ασχήμιας
θα πίνεις
θα καπνίζεις και θα γράφεις γι' αυτό
που βουίζει σαν ανάπηρος χρόνος