stat

Συνεικάζω μεθυσμενάκι











Η επιγραφή έλεγε 
"Να φοβάσαι του διακονιάρη 
το ζητούμενο μου"
Το ίδιο βράδυ η χλόη του νου 
πατήθηκε αμού γραπτά 
με μια λατρευτά αρωγό ζωής
μανιοκαταθλιπτική γυναίκα 
και μια εξίσου ασύδοτα 
αυτοκτονική με σπαστική 
τετραπληγία πόνου ποιήτρια
Κι οι δυο τους ανώτερες 
απ' τη μεσότητα του ελεήμον 
των υγειών νεκρών 
Μη θέλοντας ν΄ αναλύσεις 
το γιατί στη ρεκλάμα 
αφού οι τζάμπα μαγκιές 
του αρασέ της βγαλμένες 
από  -βολών λάβε" προγόνων 
υποθέτεις δε σου περισσεύουν 
ζώντας το ζητούμενο σου 
αφήνεις όντα να ξύνουν 
του θανάτου σου τη πλάτη
με ξεραμένα νύχτας σάλια 
σε πρωινό μαξιλάρι ζωής 
Μέχρι που καταλήγεις με κάτι 
λίτρα ξεροσφύρια άλλοθι 
την βδομάδα να σου αρκούν 
για να τραβάς πιωμένος 
πλαστικά πιστόλια από θήκες 
της παιδικής σου Αποκριάς
Να ερωτεύεσαι τον Ιησού 
που σ΄ αγαπάει και σε παίρνει 
κάθε νέα χρονιά μαζί του 
ξεναγό στου Γολγοθά 
των ζωντανών τη σύναξη
Κει σε βάζουν 
να μιλάς 
με Ρωμαίους φονιάδες 
σκύβοντας του κρανίου σου 
το φρεσκοξυρισμένο γρασίδι 
μπρος το σκοτάδι 
που τους ηδονίζει 
Κι επιτέλους συναντάς 
τον άχρονο σου πατέρα
που σου είπε λίγα 
μα τόσο ξεσκισμένα λογάκια
-Εμείς θ΄ αποθάνουμε
κοίτα να ζήσεις 
με τ΄αδέρφια σου αγαπημένα"
Λίγα λίτρα  "εγώ"
Λίγα λίτρα ακόμα πατέρα
-Για να λέγω πως 
θ΄ αγαπώ και θ΄ αδιαφορώ
το ίδιο για την αιτία