Σ΄ ένα λιγδιασμένο στηθόδεσμο
σε γάνας στέρνο
και πεινασμένη αναπνοή
θ΄ αφήσω κηλίδα
όξινο πιώμα μουάτς σφόλι
σε υγρό σεντόνι
Θα γεράσω με κάτι σακάτισσες
τυχαίας πλατωνικής μάνας ευωδιές
σ΄ ένα πικρόγελο νεγκλιζέ υπόστεγο
μιας βραδιά χρεωμένη στο σώμα
Θα γίνω ιδρώτας νωπός βικτίμι
σε πρόσωπο παιδιού που γερνά
με μια σκαλιστή δερμάτινη ψυχή
σε χρόνο δωρητή και φούχτες
κατάσαρκες θα με σφίγγουν
πάνω σ΄ αλάνθαστη εφηβεία
Μαχαιροπίρουνα ιχνογραφίας
θα με ταΐζουν καβάλα νιότης
σε πατρόνας ράχη το καλάμι
στεφανώματα εις της κοιμήσεως
σε πανικών στοχασμών παπούρι
Κι εξόδου απόβαση θα ψάχνω
σε ρούχα στρογγυλά μαρσιποφόρα
με πλατύσκαλες δωρεές ταρζανέλια
στα τηλέφωνα για έτη κωλοφάνταρο
Ντέφια χτυπήματα κενού θ΄ακούω
πλάι σε μοναχοπαίδια ασημαντότητες
νιώθοντας τα περιφρονήματα ετών
και τις εκπαιδευμένα ρέκλα λαμπερές
πλάι σε μοναχοπαίδια ασημαντότητες
νιώθοντας τα περιφρονήματα ετών
και τις εκπαιδευμένα ρέκλα λαμπερές
ορμήνιες γενναίων τούττι ντοτόρων
που είπαν και ρώτησαν -πως ήταν
Ένα τυχαίο περίεργο κοσκυλμάτιον
σπέρμα κι αίμα κοιλιάς είμαι -
πάνω σε κομμένο νήμα τερματισμού
μικροαστός της απεραντοσύνης
μικροαστός της απεραντοσύνης
