-Κοιμόταν δίπλα μου κι ήρθε να μου την πάρει
-Ήρθε να μου μάθει ν΄ αγκαλιάζω το σκοτάδι
που όλοι τ΄αποκαλούν ξεκωλιάρη διάολο τους
και γω μπουρί στου κώλου μου τα εννιάμερα
Έκλεισε τη πόρτα του δωματίου άλα της
Την ρώτησα -εσύ την έκλεισες;
-Όχι
-Πήρα μια φανέλα στο δεξί
κι άρχισα να χτυπάω κάθε γωνιά του σπιτιού
μπας και τον πετύχω
-Κατάφερα να το βγάλω έξω απ΄την εξώπορτα
Σταθήκαμε πίσω της τρομαγμένοι κι δυο
-Κοίταξα απ΄ το ματάκι της αν ήταν όξω
Ήταν ακόμα κει
-Σαν φως κι αέρας διαπέρασε το μάτι μου
-Ήταν ο οδηγός μου
-Τον είχα προκαλέσει να΄ ρθει να με πείσει
πως υπάρχει κι εδώ που ζω κι εκεί που με ζει
-Ξύπνησα και για τις επόμενες ώρες
έκανα μπάνιο στον ιδρώτα μου
κουκουλωμένος στη κουβέρτα και τ΄ανεξήγητα
υπέροχο κορμί της δίπλα μου
Καλό κακό το ένα μες τον ετοιμοπαράδοτο νου
και τ΄άλλο στη ράχη μου μ΄ ανεξέλεγκτα ρίγη
-Κοιμήθηκα
Το πρωί
μας ξύπνησε η ξορκισμένη απαίτηση της μικράς
μας ξύπνησε η ξορκισμένη απαίτηση της μικράς
-Μαμά
να φάω το γιαουρτάκι απ΄το ψυγείο;
να φάω το γιαουρτάκι απ΄το ψυγείο;