stat

Μᾶς











-Ξέρεις
-Τώρα είμαι μια σκλήθρα σε καβαλημένης σέλας μπήξιμο
που ξεφτά και μαυρίζει το τσέμπαλο ωσάν στίξης μουχαμπέτι
Ίσαμε δαύτο να κόψει με φτήνια ατμομηχανή γένια κι αχαμνά 
ετοιμοθάνατων μαέβιους διαβόλων 
-Θαρρώ πως στο γαμημένο τώρα πριν τον ξυπνηγμό
ταίζωντας με κατουρημένο χορτάρι τα ζα της μνήμης
πάνω σ΄ αόρατα σύμπαντα καλοσύνης κάμω καλά 
-Π΄ αναρωτιέμαι 
γιατί ποτέ δε με πίστεψε ο εαυτοκράτωρ λέγοντας του 
πως μπορώ να σπάσω τους σβόλους που παίζαμε μικροσκοπικοί 
σε πορνό γειτονιές όσες ζωές κι αν προσπάθησε να με βιάσει
-Θυμάμαι πάντα το παρένθετο παραμύθι της κόκκινης πλέμπας
που ακάματα απλώνονταν σαν πρωτόπλαστα κρυμμένη 
ένωση κουτσουλιάς ουσία με μια μυημένα ασύνδετη πιθυμιά
στο περιθώριο του μπαμπαλισμού κάτι καταθλιπτικών γερόντων
-Μετά όσα σκέφτηκα σιμά κηδειοτράγουδων αγαμιαίες έγνοιες
μείναν κατά κάποιου που δεν υπάρχει και κρύβεται στριμόκωλα 
στο ασάλιωτο -γιατί σε μένα"
Έτσι ναούμε συνεχίζω ωσάν πορνίτσα Κασσάνδρα να φαντάζομαι 
πως σπάω πάγο σε βρώμικη πετσέτα έχοντας απόκοσμες τύψεις 
εφευρέτες θαυμάτων τζαμπαντάν μες τα βαγονέτα 
του πρώην τριτοτέταρτου παγκοσμίου πολέμου μας που θα΄ ρθει
Κι έτσι ασούμ οι πέτσες μου ακόμα μυρίζουν παράλειψη των 
βαρετές καπότες ερωτάκια κι ομοιάζουν μ΄ αυγά μάτια και θα θα
μες σε μυγοσκοτώστρας ζωής τηγάνια μπιρ ντουβάρ μπενίμ
-Το σημαντικότερο είναι πως έχω πεθάνει δω και καιρό 
έρποντας μες σε πανύψηλες εντατικές πριν το ναούμ θάμα
Χωρίς αλάτι νερό καρότο κι εξελιγμένο ψωλομαχίας μαστίγιο
όπως μας μάθανε τα γεροβλαμένα κατσίκια του πρέπων 
να σπάζουμε σβέρκα νοήματα με σοφές του κόσμου ναυτίες 
σε καράβι υιού κι ευαγγέλιο το -μαλάκα μαλάκα"
Υφίσταμαι πλέον ως κύρης σε τρύπια βρακάκια βαρκάκια
και βουλιάγματα κρεβατιών ναούμε στέλνοντας ευχές 
σ΄ αυτοκράτειρες που θα θελήσουν να πιουν κασόμπρα
ότι βρουν κι εξαγοράσουν σε ραντεβού με υγιή περίπτερα
-Πρέπει να πεθάνω πριν πεθάνω" 
-Πρέπει να σκοτώσω τον νου μου και τις γαμημένες σκέψεις
με τα κόκκινα μάτια που δε παύουν σαν τον πόνο ενός ακόμα 
ασύνειδη χωριάτη που κάνει λύπεις καμάκι σε θνητούς κώλους 
Πρέπει να σκεπάσω το βράδυ με μάνας κουβερτούλα το πηλίκο
για τον μονάκριβο πούτσο μου και των βασάνων του το ρόβολο
πριν καταντήσει με πλούσια βρώμα μετά από έτη μελέτης φόβων 
τσόφλι φωτισμένο
-Έχω δυο φόβων χέρια
Το ένα στα υπέροχα κόκκινα σπλάχνα
και τ΄άλλο αριστερά εις την παρθένα μας
Μια έξω καρδιά δικιά μας τηρώντας ζα σε βοσκής μπορντέλο
που νιώθει κρατώντας κονσέρβες σκέψεις στη παστή φτώχεια
-Ειμί ο φασίστας μου κι η αγάπη μου
Είμαστε οι ρήτορες μιας ερημοτοπιάς αιώνιας τρύπας σέσουλας 
Και μανιβέλας ωσάν γίδια των θεών ίσα βάρκα που και που 
να νιώθει το κουφαράκι κι ένα -Σ΄ αγαπώ και μη εξαιρετέα 
ακατάλληλο για ενηλίκους στη δήθεν τσόντα με τα κρυφά μούσια 
καραφλάζ κι αξύριστα σημεία του κολποπέους μ΄αυτά και μ΄ αυτά
Με κεντράρει μια παπάρα λειψή ενός περιοδικού άθεων πρωτευούσης
Αυτοί εγώ εσύ κι οι ανεξίτηλες κλαψούρες παιδιών στιχώνω
θα πιούμε κάτουρα από πλαστή ουρήθρα αλλοεθνών 
για μια ένοχη μύγα πάνω στο δέρμα του σύμπαντος που θα σιωπά 
κρώζοντας  -ίσως δεν τα καταφέρεις σήμερα"
-Αύριο που τελειώνουν τα εξεισιτήρια θα γεννήσω τις προνύμφες 
πάνω στον νου που πρέπει να φονεύσεις και να πάνα γαμηθεί το γιατί"
Είμαστε το -γιατί κι είσαι το -κλαψιάρικο φωνακλάκι
ενός προαύλιου σχολείου που μας έκλασε μας φόβισε μας αγάπησε 
και μας βγάζει ακόμη τζάμπα μαγκιάς κωλοδάχτυλο
Και μη βγάλεις μιλιά πριν το απολαύσεις και το κρίνεις με συνείδηση
γιατί πριν θα πεις -   
Δώσε μου μια μάνα με Αλτσχάιμερ που σκούζει
-καταπλήσσεται με μη νου"
-ξέρεις
Άλλη μια απ΄αυτές τις  απώλειες που ζητά ο λομπούτης νους
μες τη σαχλή δοκιμασία του υπνοβάτη κοσμοαλμπάνη
Και μα -
Και τόσες -
χιλιάδες χαρτιά για να μας πονέσει η δύναμη του τώρα και -κτλπ
-Ο πόνος με κάνει να ξαναζήσω αυτό σπάζοντας λεκάνη για το ξ΄αυτό
που δεν αντέχει το σκώτι κι ο μυστακοφόρος ήλιος πριν την δύση
ενδεχομένως και τα μαλακά μόρια μιας παχύσαρκης φίλης
η ακόμα ακόμη κι ο βαρώνος τρόπος να κόβεις τα νύχια σου
Ντροπή έφεσης αυτών
-Σέβας και θόρυβος μου
-Ενίσχυση αθώων περιστάσεων μου πριν το μονοπάτι
χωρίς τις υπέροχες τζίγρες με τα σκονισμένα βατόμουρα
Ήμασταν χαρτιά θα δεις χωρίς ξεγκαλωμένο -πριν
-Λες να συμβεί με πέντε τάλαρα μετά;
Ήμασταν χώρος και χωριά γιομάτα βασιλείς κι αγάπη
σαν τις ξεραμένες πέτσες παρατημένων φιδιών σε λιοπύρια άσφαλτα
και μιας αποτυχημένης ηλιοθεραπείας φαγούρας του -γαμώ τα πάντα
Είμαστε ο καιρός που αλλάζει τα σκατωμένα του βρακιά
στη δύναμη του -τώρα" ναούμ -