stat

Απριλύματα

 
Είναι ο θόρυβος του νου που σ΄ εμψυχώνει
ν΄ αφήνεις απλήρωτα προικοσύμφωνα 
Με το μαύρο να χοροπηδάς ξεθυμασμένα
κάτω από τύμπανα αβδηριτικού πολέμου

Και σαν ξεμυτίζουν χνούδια από ήλιους 
στ΄ασφουγγάριστο πάτωμα ν΄αλαφρώνεις 
και να ίπτασαι κοιμώμενος σε στρωματσάδα 
Γλυκή δυο φτερούγες χέρια λικνίζοντας 
σε διπλό στρώμα παλαίστρα με το σώμα της
Πεινασμένος καθώς διάγει αρνείται να στήνεις 
σε ραντεβού σκουριασμένες κούτες ζωές
που δεν πέταξες ακόμη το τσίμα τσίμα τους
και δεν χωράει πλέον στο χερόβολο 
φλιτζάνι του καφέ σου
Είναι κρότοι εσταυρωμένοι ανθρωπινά 
Θυμόσοφοι που γεννιούνται άδειπνοι 
από ψυχή σώμα και σιωπή ίσα για να ξέρεις 
πως δεν θα γίνουν μηδέποτε τα στερνά λόγια 
σε ντιβάνια γκρεμνούς και πλαστικές ευδαιμονίες
Αυτά π
ου αστοχούν πιστολίζοντας 
Την μία και μονάκριβη πυρκαγιά 
του -σ΄αγαπάω ρε μαλάκα
κι άλλοτε φτύνουν διάσημα μπινελίκια 
για μια ερωτική ιστορία που πόνεσε για λίγο
Σε κάνει να θες να ζευγαρώσεις την αλήθεια 
και τ' αντίο που φορούσαν κράνος κείνη τη μέρα
Να ψάξεις γι΄ αδέρφια ανθρώπους που γνώρισαν 
την θεία νηνεμία σε μη τίποτα εξώκοσμο
Να θυμηθείς αδιάφορα το ρεμπελιό σου και γεύση 
μιας γαμημένης μπουγάτσας παιδιόθεν στο παρών
Τα μεθύσια ωσάν ντιλετάντης κι επαγγελματίας 
ρακοπότης μπρος στο κάθε τι που σκόνταφτες
και το πλάκωνες στα κλωτσίδια παρατηρώντας το
Ο θόρυβος του νου είναι η ευκαιρία σου 
ν΄ ασβεστώσεις όλες σου τις σκέψεις
Να μιλήσεις με τους λεκέδες στο πάτωμα
και τ’ ακούραστα σεντόνια σου για αυτόν
που σε κάνει να παντέχεις την διδακτική του
Να του τραβάς φωτογραφίες δίχως φλας 
σε έτη εμπνευσμένα κάτω απ΄ ένα πυροφάνι 
αναμμένο καταμεσής της κάμαρης
Κι όταν τον πετύχεις γδυμνό 
και ξαφρίσεις τα κουρέλια του 
-Ω θεέ τους θα λες αργά και που
-Είμαι πια αθώος
-Είμαι-