
Σαν κλείνω το φως ξέρω τι είμαι
Αφήνω της προνύμφης το χώμα πίσωθε
Ουδείς αρκεί
Γένομαι ομφαλός αναμεσίς στο -μείνε -γίνε
Συντόμως εξεχουσών τι;
Είμαι τ΄ αυτό ταύτισμα μ΄ ότι διαισθάνομαι
Κι η σκεψοφράσεις; -κάποτε θα δραπετεύσω"
-μου το΄χω υποσχεθεί" -δε με γκαβλώνει πια"
Είναι ώρες π΄απ΄το στόμα μου πηδά ένα παιδί
-μου το΄χω υποσχεθεί" -δε με γκαβλώνει πια"
Είναι ώρες π΄απ΄το στόμα μου πηδά ένα παιδί
-Ναι ναι" κρατάει ώρες κι έτη που ασκέψουαλ
λεξοφράσεις παραμιλά ξεκαρδισμένο στο Εν
προκαθήμενο του καλού και του κακού του
Το σώμα του λέγει -ξυπνημός δε θέλω άλλο"
μα μένει να ξεπαστρεύει τ΄ αλλόκοτα όνειρα
-Της Μόρα το αιδοίο την σπέκουλα περιμένει
μα μένει να ξεπαστρεύει τ΄ αλλόκοτα όνειρα
-Της Μόρα το αιδοίο την σπέκουλα περιμένει
και τα τερτίπια της μετά τις 3 π.μ. κλωτσάει
Κοιμάται ώρες πολλές έτη τώρα ίσα να μάθει
Κοιμάται ώρες πολλές έτη τώρα ίσα να μάθει
να΄χει επίγνωση στον ύπνο του θανάτου του
-Αχ βαχ είναι πια ξανά ένα παιδί που βαρέθηκε
-Αχ βαχ είναι πια ξανά ένα παιδί που βαρέθηκε
ασκόπως να μεγαλώνει παῖς που δε γέννησε
Εν παιδεύεται βύθια να γελοκλαίει κει αναμεσίς
που φτιάχτηκε ωσάν να ΄ναι ο δημιουργός του