stat

Λευκό τιμόνι



Ομοίαζε με την αύρα της γιαγιάς
Ο καρντάσης της άνοιξε την πόρτα
Σαν δεν πρόλαβα να τη δω
όδευσε στον καμπινέ μου
Απειλούμενος 
σε καλόγερο κρεμάμενη
να μου κατεβάσει το ιμάτιο σκιρτούσε
Το άκρο μου την κλότσησε
Ξε φοβού εν ύπνο ήτοι
Ο βαλτός νους
Το εφημερίας κορμί
Ο τάχα αιώνιος εγώ 
κι εκείνο