
Ίσα κι υπέροχα το κάρμα δεν βρωμίζω
Σε στιγμές λανθάνουσες μου χρησιμεύω
κι η αστροφωνή ήρεμα ρωτά -
Πρίσμα ανάγκης γιατί δεν το ΄κανες;
-Xρειάζομαι το μακαριστό μου ταβερνόξυλο
σε χρόνου γκέμι που δεν εφεύρετε παραδέκα
παίζοντας τηγανίτες με τον ανίκητο μαλάκα
Ίσα κι υπέροχα να θυμάμαι διώκω
σε γης σταυρό ότι δε θέλω να θυμάμαι
Κι ευτυχώς το έλεος του κλεφτόπουλο ζητώ
μη ξέροντας μωρός γιατί"