
Θυμάσαι;
Στάση γορίλα και χεράκια ερπετού
Στέμφυλοδειχτούμενο μεθύσι εδωδά κατάδειξη
και το νερό που πρέπει να γίνεις του Μπρους του Λι
Πλοῦς εν λευκώ πουλιά στο τζάμι κι ύδωρ στο κομοδίνο
Μας αφανίζουν αργά αγάπη μου οι σκοτεινοί
Κι όλοι κάνουν θόρυβο εκτός του επιβάλλοντος θανάτου σου
Ki ένας είναι ο παντοδύναμος μη νους
Θυμάσαι;
Ιδία εποχή άνοιξες το φως σε δυο επ΄ ώμου πλερώ εφιάλτες
προδότες με τα ρεφίλεόβολα του και την τσάχαλη αγάπη της
Δόξα μη σταύρωση και μη αιώνια η φυλάκα τους
Έγκαβλος θυμωμένος νιώθεος πληβεία στοργή σκαστός
σ" εικονοστάσι λιρών και του ομφαλού σου αποθηκεύεις γύρη
Δε τσιμπάς ωσάν εργατομέλισσα για χάρη των αλλόφρων νους
Να λιμοκτονεί τον αφήνεις πριν σε αφανίσει
Δεν δύνασαι να ζεις αλλιώς κοντά σου έτη λίγα
Κι αφού δεν χρειάζεσαι ένα δώμα σπιτοχώρο
και μια επαναληπτική σε ταπεινό οροινήσι
χαοτική εφήμερη ποιείν έγνοια θανάτου κυοφορείς
Είσαι η παραμικρή λεπτομέρεια που δεν παρατηρείς
ξάπλα στης αιωνιότητας σου τα κωλομέρια που ομοιάζουν
με μικρά βυζιά ώριμης γυναίκας που σπεύδουν βραδέως
να σε μαντάρουν σε ζωή που επέλεξες κι αντέχεις επειδή
Αυτή η αμαρκέ γκοντορελιά φωτονοβέλα παραδόξως
γκαβλώνει τον παρατηρητή σου κι ουδένα ένδοξο
λατρευτικό σου φινάλε ύπνο στα 80+ η στα 1+Ca τάδε
Οι φόβοι ενσκήπτουν δεν προγραμματίζονται
και το ζητούμενο σου να θωρείς τ΄ απογέματα
ευτυχισμένες γάτες στης αυλής σου το γινάτι
Πενθείς λείψυδρα
Στο λαρύγγι το στίγμα της κυλότας της σάλμα
Αργοπορείς
Μα σαν τεντωθείς σε φασόν φτηνό κασόνι
καμωμένο τσάτρα πάτρα για πρόβα θανάτου
ανθρώπων ηρώων δαιμόνων και θεών
επιτέλους θα χωράς σ΄ αυτήν την περισπούδαστη λέξη
-Τίποτα-
-Τίποτα-



