stat

Ανθρωπάκις



Χτυπούσε ο χρόνος
κυλούσε η ζωή και το λάθεμα
Μέσα στο άσκημο κουφάρι του κοιμόταν 
κι ελλόχευε ακίνδυνα
Τι θα΄λεγε στον εαυτό του όταν 
θα ανακάλυπτε Ιθάκες τ΄ αλλοτινού
Ότι - 
 -δεν πειράζει που ένα τραίνο έφυγε 
θα περιμένω το επόμενο; -
- Θα έρθει;
Όλο δεν έπρεπε να πειράζει 
παρά να ΄ναι εκ του -διαίρει και βασίλευε 
τύφλα μονάχους
βολεμένα βλαμμένα
ισοπεδωτικώς στοχαστικά  
και το φινάλε το ίδιο
Δε τον πείραζε που ζούσε αυτό που μισούν
Δε τον πείραζε που τσαλαπατούσε κάθε ώρα 
την ζωώδη δύναμη της μικρής του εξουσίας
για να είναι και να φαίνεται ενάρετος 
στις στιγμές των συνανθρώπων 
Στοχασμοί καλούπια αμύνεστε περί
που το ψυχικό του ηφαίστειο διέλυαν
καλούσαν μόρια έμπνευσης και σωφροσύνης 
να χαθούν στο διάκενο του εγώ του
Κοπίαζε μάταια διά κομμάτια ευδαιμονίας
στο στείρο βάναυσο του χώρου του
Το είδωλο του χημικού του εργοστασίου 
τον παρότρυνε να διαλυθεί και να πάρει 
φθίνουσα πορεία για λογαριασμό του 
χωρίς να το θέλει
Γνώριζε τι θα επακολουθούσε 
κι έλεγε μέσα του σε ανύποπτες στιγμές
- θα τα καταφέρω
- χωρίς να το πιστεύει 
-χωρίς στηρίγματα 
- συναίσθημα
-ύλης για τον μέλλοντα
Ήταν αδιαπραγμάτευτο το κομμάτι 
που εξανεμίζονταν εις λίκνο ζωής
και του μικροκόσμου του
Είχε κρυφή ελπίδα  
μια αιτία 
μια γνώση που αντλούσε φώτα
από  θολά μάτια 
κι ευτυχώς
αυτό τον έκανε να απολογιέται σ΄ άγιο
Δεν ένιωθε ταπείνωση απέναντι στο καλό 
κι έψαχνε τα χαμένα κομμάτια του 
που δεν θα ξανα γυρνούσαν πίσω 
μέσα από χάσιμο 
ανέχεια γνώση 
καθήλωση αυτοσυντριβή
Ψίθυρος κάθε βράδυ 
απόηχοι στο λίγο
στο μέρος που πονηρεύεται το κάλλιστο
Το αληθοφανές είχε πάντα αξία
στο εκλιπών
στις απελπισμένες χαρές του
Έλεος και συγνώμη ήταν το ίδιο 
το ήξερε
Τι έφταιγε 
που τα όνειρα θέλαν ανασυνθέσει τη ψυχή
Δεν είχε πηδήξει σε γκρεμό χωρίς αλεξίπτωτο 
δε σώθηκε
Ο εγώ του όμως πληγώθηκε
κι αυτό θα τον περιέπαιζε ζωές μετά
-Ήξερε ότι ήταν
είναι και παραμένει γραφτό σ΄ αρχαίο χαρτί 
και σκαλισμένο σε βραχομάρμαρο
αυτό που συντελείται κι έρχεται
χάνεται και ξαναζεί
- Να χαθούμε ολοκληρωτικά εις αιώνας 
εκεί που μόνο θέληση θεού εαυτού
μπορεί και ξέρει να μη μας πει -
Ασχήμια  
αρρώστιες 
συναισθηματική ανεπάρκεια 
στίγματα
φόβου την λοξοδρόμηση 
Ήταν γραφτό το μήκος των λέξεων 
σε αριθμό και νόημα για όσα αξιοκρατικά 
όριζαν τα μπορετά του
Μια φωνή έκτοτε θα του έλεγε - 
-Δεν πειράζει που νιώθεις έτσι 
- Είναι η δύναμη του μηδενός που βιώνεις 
-Σώπασε
Είχε δίκαιη καρδιά αγαθό τροπάρι
κι αυτά του δεν του ήταν αρκετά να βιώνει 
σ΄ εποχή που δονούνταν από υλικό εγκέλαδο
ψυχοσυναισθηματική ανυπαρξία 
και περιττώματα αναγκών και στανιού
-Έψαχνε τη λύσσα του σ΄ άλλα
- που βρίσκεται η δύναμη να ψοφάς χθες
να επαναπροσδιορίσει τον θάνατο του μονομιάς 
-να γίνει παρόν με πορφύρα ροή
-αγάπης ιατών κι άφθαρτων ευαισθησία 
Μες το κρανίο του 
στροβίλιζε μια γονότυπος ευχή
-  Ίσως αύριο να είναι καλύτερα
-Θεέ εαυτέ μου - εσύ 
-κι εγώ