stat

Συνένοχη σμέρλα











-Από μακριά κι αγαπημένη μου triti
-Σου γράφω για τη σβημάρα ανθρώπου
που με κινητούρα ανά χειρός 
και λυκοσσύμμαχη κραυγή σ΄ αυτί ψάχνει 
τη μουνάρα της αληθείας που τέμνεται 
με πολλά μπλάθρα ορθογραφικά λάθη ζωής
Μονάχος 
ταβανιάζεται ξεγελά ταξύδι χρέωμα
Σε γαλαζοπράσινο πολυέλαιο γαίας κρέμεται 
κι ωσάν μπιμπλό σε μουστόγερα λαιμά 
πηκτό φαροφύλαξ σκοταδάκι του σκεπάζεται 
κακηνύστας σε ντιβάνι ίσα να 'ρθει στίγμα 
που δε θα φόβου του νου του παπαρηλήματα 
Οργίζεται να ξεπουλήσει εις λαϊκή φορέβα 
τη σαπιοδόντα σαπιοπάρτη του ίσα για να μένει
λεύτερος σε περιθώριο δυσκόλως μοναχικό λέσι 
κι εξαμπαλάρισε αδίκως τον εγω επί ματαίω
με ταξύδια συγνώμης κι αξίας μπόζου φιλαράκι
π΄ ουδέ έκρινε την γαμοκαταδίκη μας ορθώς
Έσπασε δόντι ελέφαντα σε κάμαρη κλαυσίγελο
εις αγκάλιασμα πλήρους μετριότητας κι επιμένει 
να ρωτά -ποιο είναι το όνομα του βασανιστή του 
κοιτώντας τις πιστές πληγές εν είδη γεννητάτος
Χαρούμενος με την αλήθεια που σκοτώνει μετά 
να λανθάνει απροετοίμαστα εις αναλήθεια ξέρει
να νιώθει πως ένα ακόμα υπάρχει σκαλί τη φορά
Ο ρόλος του πάνω στο ευαγές σανίδι των πορδών
μικρός αόρατος καθοριστικός με τις διψασμένες 
για οξυγόνο ακάθαρτες ψυχές σ΄ ερείπι μανθάνει 
να επαναλαμβάνει αποφάσεις που δε πήρε
αφημένος σε μια θεία δόξα που ηχεί και τρίζει θεία
κρυμμένος ανάμεσης σε μαθητούδια και δασκαλικό 
εφιάλτες πρεσβευτές του εγώ και πολέμιους 
αφυπνιστές της ψυχικής ανεπάρκειας μας
Εν δυο πάνω σ΄ υστερημένα αδηφάγα ξελόγια 
του -έτσι πρέπει" ίσα να ξελογιέται και να νιώθει 
πως μπορεί να τ' αντέχει από στόματα όμοια 
που θεραπεύουν και σκοτώνουν ωσάν θυγατέρες 
στην αγκαλιά του ωσάν παις στην αγκαλιά τους
Δεν ήταν ποτέ 
σε τρόπους ένα ευέλικτο 
χρωματιστό φίδι ούτε έψαξε αντίποδες ρητορικής 
της Νίτσε κόντρας εις την εκλαϊκευμένη πειθώ 
αφού μ' ένα πινέλο βουτηγμένο στα πάθη του 
βάφει ανίσχυρα αμύνεσθαι με χρώμα αποχωρισμού 
σε τρίτο ενικό παθητικής φωνής
Δεν μπορεί να φύγει δε μπορεί να μείνει 
μπορεί να υπομείνει μόνον την τιμωρία του 
σε δωμάτιο πανικού μέχρι να τον φιλήσει στα μάτια 
η γκάβλα μια κλικ νέα ποττάνα ζωή 
μακριά από βαρετούς αγγέλους 
και κοντά στα συντροφικά του σπλάχνο
Κάποτες θα χαρίσει τα όλα  σ' ένα όνομα 
σ΄ ένα εμπνευσμένο βουνό 
κλείνοντας οφθαλμά κι οργή στο δικό του 
γιομάτο γνώση μαθηματάκι χρονοντουλάπας  
σκορπίζοντας τη τέφρα του -σ' αγαπώ" 
εις βωμούς μοδέρνων T-rex
Κι αυτό που θα θυμούνται όλοι απ΄ αυτόν 
θα ΄ναι το -αγαπίζω" που δεν ένιωσε ίσια βαθιά 
στο κέντρο της ανυπαρξίας του δω κάτω
Κι αυτός δεν θα νοιάζεται πια αφού σε χέρι θείο
θα έχει παραδώσει τον απολογισμό που ΄χτιζε 
σουβατζιλίκι πρωκτοχρόνια άγνοιας και τρέλας 
-Σε φιλώ
το ακριβό σου μαντράνι