stat

Ομφαλός σ΄ εικόνισμα



Με βαφτίσαν Παῦλος  με περισπωμένη
Οι άνθρωποι είναι τα παίγνια μου 
π΄ αγοράσαν για μένα οι γονείς τους 
Τα διαλύω μες σε τρένα τρόμου
λεωφορεία και λεωφόρους πορσελάνης
Τα συναρμολογώ πλάι σε τέσσερα τοιχία 
κι ένα μοναχικό γκαβλιάρικο ταβάνι 
Πάω ακόμα σκολειό εντάξης κι ανασφάλεια
-Εκεί" που κανείς δεν σκαρφίζεται πετριά
παρήγορη γνωσιά και μελάγχολη υγεία 
Ακούω λόγια μεγάλα από γεννήτορες ωσάν 
αυτά που πριν λάλησαν τρεις και ξύστα 
επείγον αρχαία σφαγιαστίκ σε φυσική πόζα
Σοφά αόριστα γλυκά ωσάν ευχές μπιλμέμ
δοσμένες στο άλμα της υπέρβασης
Κρύβομαι πίσω από μάτια καθρέφτες 
παναφύ του νου μου μερικές φορές 
γιατί δεν αντέχω την λύπη 
που σωπαίνει τον πόνο και ρυπαίνει -
Ρυπαίνει την ναθφαλίνεια μυρωδιά 
φιλάργυρων αραχνοαισθημάτων  
Καμιά φορά 
να ζητήσω συγνώμη θέλγω
μα το μετανιώνω μπαζοδέκανο
Να ζήσω όπως μεθώ και γράφω 
είναι το κρυφό όνειρο μου μα δε μπορώ 
-ακόμα
Δε θέλω να μεγαλώσω κι ο εγώ στραγγίδι
μα ελπίζω 
πως κάποτε θα ξεφυλλίσω 
στα ώριμα σχολικά έτη του άσπρου πάτου
αυτό που με καθόριζε πάντα 
Αυτό που δεν τόλμησα ποτέ
που δεν άρπαξα 
απ΄το χέρι του δασκάλου 
κρατώντας τσίλιες όξω απ΄ τη κωλοτάξη
Τις φυλλάδες που κατακόκκινος γλιμπάτζας
από ντροπή δεν τόλμησα ποτέ 
ν΄απαγγείλω μπρος την τάξη του 8
Γιατί δε τ΄ άντεχαν 
οι παιδικές μου ασθένειες 
εκθέσεις από κούνια μέχρι κάσα
και τα μπλε ταπεινά μου βαρετά τετράδια 
-Το βλέπετε αυτό το χαρτί έλεγε" 
-έτσι πρέπει να γράφονται οι εκθέσεις
-Σχώρα με
Είμαι ένας νάρκισσος νεροβούβαλος 
ερωτευμένος 
με τις τιποτένιες προσδοκίες του 
Που γι΄ αυτές δεν έχει γράψει ακόμα 
τον επίλογο τους