stat

Γαβγικός ρόγχος











Γιατί φοβάσαι τα σκυλιά;
Μόνο να γαβγίζουν και ν΄ αγαπούν ξέρουν
Στα δώδεκα από 
ηλικίας τσαμπουκά πάλεψα με τον ποιμενικό του λαστιχά
Τον έβαλα κάτω παρότι ήταν το πιο θεόρατο σκυλί που είχα δει εν ζωΖώ
Από τότε  -
δε φοβάμαι τα σκυλιά και τα υποτελή εν δοκιμασίας μου γαβγίσματα τους
Μα χθες είδα ένα όνειρο προφάνουσλυ προφήτη -
Περπατούσα στον δρόμο προς το σπίτι 
κι όλο μου γάβγιζαν ατάιστα σκυλιά 
Αδιαφορούσα ακόμα κι όταν άρπαζαν τα μπατζάκια μου μέχρι που ένα μαύρο 
μου ανέβασε αίμα στο κρανίο με τις ενστικτώδης κλασομέντας επιδείξεις του 
Το ΄πιασα απ΄ τη μουσούδα και το έσφιξα μέχρι που κόντεψα να την λιώσω
Δυστυχώς ο μαύρος σκύλος ήταν η μασκότ του τσαμπουκαλεμένου ανθρώπου
π΄όρμησε να με δείρει όσο εγώ κυριαρχούσα της αγάπης μου για τα Ζώα-ζώα
Έτρεχαν οκτώ φουσκωτοί κατά πάνω μου μα πρόλαβα και μπήκα σπίτι 
κλείνοντας τη πόρτα μέχρι που ένα χέρι έσπασε το τζαμλίκι της και φάνηκε 
ματωμένο να ψάχνει ψυχώ να με γραπώσει ούτε για το ζήτω
Κλείδωσα και μπήκα στον κάτω όροφο κει που μένει και ζει ακόμα η μάνα
Μπήκαν μέσα σπάζοντας την πόρτα πιάνοντας γοριλίσια συζήτηση 
περί αιμάτων σωματικής δύναμης και στη μάσα ενωμένοι μπρατσόνι
γαϊδουριών που κοπάδι δεν γίνετε κι η επίθεση ειν΄ η καλύτερη άμυνα 
Μ΄ έψαχναν -
γω κοιτούσα απ΄το ματάκι της πόρτας κι η μάνα συγύριζε το σπίτι
Φοβήθηκα όταν άνοιξε να δει τι ακούγεται μα κανείς δεν κατάλαβε 
ότι είμαι γιος της και μέσα στο σπίτι της σκαπούλα αμυνόμενος περί πάρτης
Δεξιά μου υπήρχε μια σκάλα που έβγαζε στο πουθενά και κάτι μου έλεγε 
να την ανεβώ παρά να βγω και να αναμετρηθώ με το -πίσω γοριλάκια 
Ήξερα πως θα με τσακίσουν αν έβγαινα
Ήξερα πως ποτέ δε τα βάζεις με το πλήθος χειρωνακτικά παρά μόνο με λόγια 
αλλά και πάλι με τους homo naoum-masistus δεν βγάζεις άκρη της φωτό
-Η ξεμπρατσωμένη μαλακία νικιέται υπό θανάτου αδιάφορους όρους- 
Ενστικτωδώς 
έφυγα απ΄τη σκάλα δεξιά μου εις τον έξω κόσμο πάλι τουρίστας
Tον γνώριμο έξω κόσμο της απόλυτης σύγχυσης σε χειρουργικό τραπέζι
-Κάτι έψαχνα κει έξω μα δεν θυμάμαι τι παρότι ξέρω
Την επομένη ξύπνησα κι είδα πόσο ταυτισμένη είναι η 
πάστα φλόρα χαρακτήρα 
μ΄ αυτό που με γαλούχησε οικογενή να οδηγώ πορσελάνινο λεωφορείο 
Τι είχα και τι αφαίρεσα τόσα χρόνια λησμονώντας τα επίκτητα φτιάχνοντας 
νέους κόσμους αυτοπροστασίας δια θετικής υπέρβασης κι ουχί ακουμπισμένος 
σε γέρικα μπράτσα που αρρωσταίνουν και πεθαίνουν αβοήθητα σε ντιβάνι
Εμμονές θα πεις γονικές σε ύπνωση ουχί δικές μου πια ξεσκλίδια αλλάι μαλλάι
καθρέπτες του κυρίαρχου τίποτα 
μέχρι να επέλθει η πιο σίγουρη τιμωρία
είτε με μορφή συμπαντικής ενέργειας είτε μ΄ αποκλίνουσα συνείδηση χου ρε!
Τελικά μωρό μου οι εφιάλτες μου μαζεύουν αλληγορικά ότι σε αμπαλάζ 
πρέπει να πεταχτεί στην πουλητάρι κι εξαφανιζόλ σκουπιδιάρα 
Ήξερα πως δεν φοβάμαι τα σκυλιά ζώα γιατί πάλεψα μαζί τους 
Ξέρω πως φοβάμαι όντα που δεν έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν ζώα-Ζώα
κι είναι θαυμάσιο να μην αμύνεσαι απέναντι στο μη φασιστικό σου τίποτα
λες κι υπέρβαση είναι να είσαι καλός άνθρωπος 
χωρίς ν΄ απλώνεις χέρι σ΄ ανθρώπους -
Γιατί φοβάσαι τους ανθρώπους;
Μόνο να γαβγίζουν στα μούτρα του φόβου εν ζωές ξέρουν 
και να ζητούν αγάπης ρέστα 
απ΄ τη θνητή τους φύση στο φινάλε μ΄ επιθανάτιο γαβ ρόγχο