stat

Ρεφενέζι










Δεν υπάρχει θάνατος 
απ΄ τη στιγμή που μ΄ αποκάλεσες 
-Edith
Μόνο ένα ρίγος ζωής αυλακώνει 
σαν δάκρυο μωρού του έρωτά μου
τους επίγειους σαρκικούς ουρανούς 
καθώς σου χαμογελώ της εφελαής
νυχτερινή αδερφή ψυχή μου
(μικρό αγκαθάκι ρόδου) γιούπι
Δεν υπάρχει εραστής αποθαμός
Η αγέννητη μούφα αγάπη το κατέχει
Δεσπότη σοφό 
μούτι πρωκτό κυνηγά
σ΄αλέγρους ασπασμούς με φράουλες
οργασμού δευτερόλεπτα αυγολέμονο
Ξετρυπώνει παράλογες εμορφιές 
από χείλια μαϊμούδων και ποίματα
σε πικρόγελες φωτογραφίες νέκρας 
αναστημένες υπάρξεις σ΄ απαντοχή
Δεν υπάρχει θάνατος 
ν΄ αντιληφθείς να νικήσεις ωσάν 
γουλιά ζιβανία σ΄ άθλια νυχτοκάματα
Μόνο αντίπαλος έρωτας μασουράκι 
να τον μπαλώσεις κλειστό φέρετρο
Κι εσείς 
-να μετανιώσω μου λέτε
κάνοντας οχτρό τ΄ακίνητα μου πόδια
-Μα γιατί;
Επειδή ως 
άλλος Νάρκισσος ρωτεύτηκα 
τον αήττητο εαυτό μου κοιτάζοντας 
τα μάτια του ζώου π΄ αγάπησα;
-Μα ήταν δικός μου ο πηγαιμός
-Ναι δικός μου θεός
Δαίμονας δρόμος σεβνταλής
ωσάν ζωή κρασάκι δεύρο αναστάσιμο
από κουτάλι που ήπγια και σιχάθηκα
σε κοινωνία ασταύρωτων Χριστών
Χάρισμα σας το πρόχειρο ναρκωτικό 
της δήθεν άγρυπνης ανησυχιάς σας
Γω γένομαι μάχαιρα απειρόκοπη
και κολυμπώ εις την ύστατη αμαρτία 
των εαυτών μιας ακόμη Μαρίας 
ποτάνας Μαγδαληνής 
Κι ο ήλιος βασιλέας της νυκτός 
πυροτέχνημα ρίχνει στης πληρωμένης 
ψυχής μου τη μορμολύκεια γωνιά 
νεωτερισμών βιτρίνα του τίποτα 
σαν με γεμίζεις κενό οργής echo
ανεκπλήρωτε -θάνατε του Τσιφόρου 
Καθώς Σειρήνες του μασίστα Οδυσσεύς
των μυθιών μας υμνούν υβριστικά 
τρόπο να φιλιώνεις μ΄ έρωτα 
και πάρτη σου ζωή που προσμετρώ 
σε κορφή ανέφικτου οργασμού
Δεν υπάρχει ελβιέλα ζωή όσο αναμένω 
ερωτική πλασιεπίκεψη παρδαλός θεός
στις λελέ αυτόχειρες νύχτες μου 
Μας αγαπάω φθηνά διότι ο δρόμος 
τραχύς σαν γλώσσα πάνω σε κλειτορίδα 
π΄ αγαπάς απαγγέλλει το ποίημα τούτο 
για την  ίαση των πολλών 
και τα μικρόβια λόγια τους ευ
Δεν υπάρχουν άσχημες γυναίκες αιτία
μονάχα άντρες που δεν πίνουν Βόσπορο
Δρόμος σκαλισμένος από σκόρτσα νυχιές 
βλαμμένης πόρνης κι οικτρά σερνικά
Βολές στα πέντε ολόχεστα κατοχικά μέτρα 
οι αδύναμες νύχτες  των σωμάτων δίπαξ
κι ασωμάτων πρωινών άι στον διάτανο
Γιατί;

Ποίμα
Χρύσα Βακιρτζή - Παύλος Ναθαναήλ