stat

Σπάνιο εγώ ειμί


-Χαμογέρνα 
Δεν είσαι λόγιος ιθαγενής που ζητά συγνώμη 
από αντιλόπη πριν τη σφάξει στο γόνατο
Αποπάτησε απάνω σε νοικιασμένα ερείπια 
για τα μικρά βυζιά ενός διπολικού ρατσισμού 
Δεν αρκούν ταπεινωτικές κραυγές φαλαινών  
τα χάλια εκτάριων πολιτισμών μαχαιρίδια κι- 
οι ανήσυχες αντισέξ γκαβλωτίκ κρεμάλες τους 
Αν τελικά αντέξεις τ΄αλατοπίπερο του παιχνιδιού 
στην αορτή κι ότι δεν σου ανήκει κι έχει απομείνει
τότε θυμωμένα δεν ψάχνεις πόρτες ρόδες σκορπίδι
για κινούμενα μπουνιές και φέρετρο βοϊδοσχολής
Το θηλυκό έχει τρόπο να σε πουλήσει πριν αγοράσει
Δεν φταίξανε γι΄ αυτό τα κουράγια που δεν έχεις 
ν΄ αδειάσεις από σπέρμα και κακές συνήθειες
εγώ Εντάξει -Το αποφασίζεις σ΄ ένα βράδυ 
και τα λιώνεις όλα τζάμπα σε πλαστικό μπουκάλι 
πάνω στα κότσια των δαχτύλων στην κάτω γειτονία
Και μένει αυτή 
η διαχωριστική μαλακία της γραμμής
που σε κάνει να μη ξέρεις πως να ξεμπερδέψεις 
με τα καθημερνά εκ γενετής μη γκομενομαγνήτης
Και θες να συνεχίζεις να βάφεσαι ντερέκι σε τσίρκου 
εμμονές να δένεσαι με κόκκινα φορέματα κι όντα 
χνώτα που βρομάν απογιούρα πραγματικότητα
Ποίμα ερυθρό θρύλοι πεθαμένοι που δεν ἦν θρύλοι
Μέχρι που μαθαίνεις με παράξενους θορύβους 
μες απ΄ τα φτωχά σου έντερα να εναποθέτεις 
τα δάχτυλα των χεριών σου πάνω στον σοφό  
κώλο και γλυκάνισο κεφάλι της πριν συνάξεις 
τ΄ άσκεφτα  του θανάτου σου στον αέρα μαρμότα
Χαμοφεύγα ερωτικά πιωμένα καλοταισμένα έστω 
κι από παπάρα εκκλησία ξεχουχουλιάζωντας το πιφ 
Ζήτα το γαμημένα από τα δικά σου πολλά κορίτα -α
όχι από πολλούς όρθρους παρά από Αφροδίτη τσέπης
Γιατί τα υπόλοιπα 
τα βάφτισαν οι νεκροί στρατηγοί
-αιώνια αιδοία αγάπες κι ανίκητα πέη λέλλουδα 
που χωρίς αλληγορικά δεκανίκια και πρόθεση
δεν μπόρεσαν να είναι αυτό που είπαν σολοντία
Άδειοι διεκδικητές 
από γλυκό σπέρμα στο στόμα της
καλοί από γεννησιμιού με κακές ριπλέι συνήθειες 
κι ακούσιες εμμονές τρόπους που δεν διδάσκονται
-Χαμογέλασε 
Το ρολόι πάντα θα θεωρείς 
πως ήταν μια ακόμη 
άθλια εφεύρεση αφού ο χρόνος προϋπήρξε έως ότου 
ανακαλύφτηκαν οι χαμοστιγμές και το κέρατο εγώ 
που ξεκούρασε με λαμπυρίζοντα γνωμικά
το -γιατί δεν υπάρχεις" αφού ποτέ κανείς 
δε νίκησε τη μαϊμού