και κάν΄ τες πάλι εμετούς εαυτούς
στη παλιά σου λεκάνη
Νου αναγνώσματα σ΄έτη και μέσα λειψά
Μάζεψε τα ορφανά τρένα των ματιών σου
Μάζεψε τα ορφανά τρένα των ματιών σου
Κι ότι σ΄ έκανε να κλαις ωσάν Αφρικάνικο
τζαζ μωρό με πόρνες κρούσεις στο νταούλι
τζαζ μωρό με πόρνες κρούσεις στο νταούλι
του έρωτα που σφάξαν αγάλι οι σκλάβοι του
Άκου ξανά τη μελωδία της όχεντρας
και της σώστρας αυτολύπησης το τραγούδι
πλάι στ΄ -όχι" σου
Παρατήρησε τον αρχηγό ηδονοβλεψία εαυτό
που μαλακίζει τρόπο να μη τρελαθεί τάχατες
μέσα και μπρος στις αυτοσχεδιάστρες τράκες
που μαλακίζει τρόπο να μη τρελαθεί τάχατες
μέσα και μπρος στις αυτοσχεδιάστρες τράκες
της μέσα έμπειρης παρθένας καρδιάς σου
Κι άσε να κουτσοπίνει το τσερβέλο
τη ρουτίνα ορρωδία να ξεμάθεις στο τι -
Τι πληγή μάτωσε η πιο σπουδαία κλειτορίδα
Τι πληγή μάτωσε η πιο σπουδαία κλειτορίδα
αγάπη σου βολτάροντας σε χαρέμια ζωές
Κι ας την να αυνανιστεί με το αίμα σου
Με χαλάζι και νέκταρ από πανέξυπνα χόρτα
στο ξημερωμένο σπέρμα σου γύρνα βέτεραν
Χρόνια απουσία και χάρισμα θα μετρήσεις
Κι ας την να αυνανιστεί με το αίμα σου
Με χαλάζι και νέκταρ από πανέξυπνα χόρτα
στο ξημερωμένο σπέρμα σου γύρνα βέτεραν
Χρόνια απουσία και χάρισμα θα μετρήσεις
στον τάφο σου για να μη τρελαθείς
Κι αυτό που φίλιωσες θα σε φυλάει
απ΄ τους φόβους των παράλυτων κοπαδιών
Ρανίδι δυστυχιό εντέρων λιώμα παντελονιών
κι εθισμένη λατσολίθαρο αγρύπνια θα΄ ναι
Κατάβαθα στης ψυχής τη στούκα βρώμα
Σάπιο μήλο υποσυνείδητο λάσπη
Ξεχασιάρας ζωής φωνή συνήθειο
Έτη ταϊσμένα με το φαγητό της πουτάνας
Ξεχασιάρας ζωής φωνή συνήθειο
Έτη ταϊσμένα με το φαγητό της πουτάνας
καλοπλυμένα με στάχτη λάδι και βροχή
Μαύρα κάρβουνα εαυτοί θα είναι
Ρέντα στου πατέρα αέρα την πληρωμή
Ρέντα στου πατέρα αέρα την πληρωμή
πριν γιατρευτείς σ΄ άλλη πίστα θα΄ ναι
Έχεις το μη σάπιο πράσινο μήλο κάβα
σε χούφτα μαλακία γραπωμένο ζουμάκι
Τους χορτασμένους κολλώδες φόβους σου
Τους χορτασμένους κολλώδες φόβους σου
όξω απ΄ τον στάβλο της Αρίστης γιαγιάς
να κάνουν πάρτι νηστικού αμάν πωπώ έρωτα
-Άντε ρε
Στο σκουριασμένο σου μνήμα τη λύπη ταύτιση
-Άντε ρε
Στο σκουριασμένο σου μνήμα τη λύπη ταύτιση
προσκύνα μπρος σε νεκρά παλικάρια
Και σ΄ οστεοφυλάκια από μπετόν αρμέ
φυλάκισε οστέινο νόημα μπραβισιά από τα 1821
Γιατί πρέπει να ζήσεις ότι η ψυχή γουστάρει
Κι όταν ξεχρεώσεις με δόσεις θα ξέρεις
γιατί οι φονιάδες των εαυτών τους
δεν κοιμούνται νωρίς και παραφυλάν
τους φόβους των τυμβωρύχων τους