stat

Κεσάμπαραν



Νορμανδία γραφή κι όρχι λυπημένε
Είτε επανακάμπτεσαι 
είτε επιμένεις 
όταν όλα μοστράρουν για πλάκα
ο απών είναι το μηδέν 
Κάποτε επιστρέφεις 
κι είσαι με μια γυναίκα
που το σώμα της μυρίζει σάπιο καράβι
και σου 'πε ένα βράδυ στα σκοτάδια 
-μη φύγεις'
Στη πορεία 
όλα λείψανε 
στο συμπαγές καραγκιοζλίκι 
μιας εάλω ταπεινοφροσύνης 
που δεν υπήρχε πότε 
μες τα γκρόσο μόντο τρωτά μπούτια 
της επικούρειας χαλάστρας 
Αυτό λέγεται 
-ασύνδετου ερεθισμού γνώση
Φτάνεις σ΄ οργασμό μ΄ αυτό
και με γάτες αίρεσαι 
για τ΄ ανεπίγνωστο εισιτήριο 
στου συναγερμού τα έτη
Μετά όλα γουστάρουν μαλακισμένα 
πάνω στ' αφεντικά εσώρουχα της
-Τικ τακ ρ' εαυτούλη κι ακόμα
-ακόμα φοβάσαι θανάτων ρουφιανιές
αρρώστου στριμμάδια φόρους 
κι άλλες ντόμινο μαγιόξυλες αιδοίες 
Πασαπόρτι τ' αθόρυβα του νου 
το πιοτί 
οι κουρτινοζώνες και κάτι τηλέφωνα 
μανταρισμένα χασμουρητά
Είναι ντάνα σπουδή 
να μένεις μαλάκας και μονάρχης 
ενός σκοπού σιδερένιος
Ν΄ ακούς ρελάνς φωνές ηθοποιίας 
στα κουμπούρια βράδια σου ίσα 
για να επιστρέφεις στα κεραμέα 
σκουπίδια της θολούρας ξανά και ξανά 
ωσάν μερεμέτης κατακτημένων 
αφού ακόμη θες μούτζα επαφή 
μες σε πιθυμιάς θεών καυλοκατάνυξη
-Κει
στο φίνα φινάλε σ΄ αίθουσα υπομονής
μιας ανύπαρκτης μούχτι ανταμοιβής 
σκεπασμένων παλιοζωών με χωματάκι
Βουλητικά τεστ κι αλαλαγμό ρεμάτων 
και χρωμάτων επί Πλειστοκαίνου
ο θετικός οραματισμός ενός κόλπου 
που κατέχουν ολίγοι και γαμά το -ειμί"
Της 
αρσακειάδας πιθυμιάς βρ΄αδερφοί
-Έλα
Έλα πάψε να έχεις δίαυλο 
μ΄ αυτήν 
και του Βούδα το αιώνιο άροτρο
Πιες τα κάτουρα του νου σου μονορούφι
και πέρνα στη γραμμή για συσσίτιο 
Εκεί ρέει σκύλων φαγί νεκρό
που ερωτεύονται γάτες σπινθήρες
και περιμένουν εξαρτημένα ένα νεύμα 
αγάπης μες την αιμολυτική των επάρκεια
Πες  -Ον είμαι χρήζω θανάτων
Που για να τους προφτάσω
πρέπει να κατέχω τη φώτιση 
να μη γκρινιάζω
να επιμένω στο σκαμπίλι
να ρέω με φόβο που επινοώ
να ξέρω από βέσπα επίγνωση
-να είσαι αυτή