stat

Φιτιαβάνα



Όταν σε γυρεύει η γριέτζω επίγνωση αφήνεις τον πόνο να σε γαμήσει
Καταπίνεις μπύρες κορτιζόνες κι αποδοχή πάνω απ΄το χώμα των προγόνων
ίσα για να επιστρέφεις στα παλιά σου λερωμένα πεζοδρόμια λασπογιός
Πρώτα αναπολείς τις μάχες τ΄ εαυτού με τις καλύτερες αρρώστιες 
και με τις χειρότερες θεραπείες περιμένεις στη γωνία να δεις αν έρχεσαι
Ύστερα γκαβλομαχάς μ΄ένα γλυπτό ρεζουμί φόρεμα π΄ανοίγει τα πόδια του 
Ποντάρεις αλευτέρωτος σε κάρματα χωρίς τον Osho τον Νικηταρά τον Marvin 
κι η Λυδία σου λίθος ζητά Xhamster και λίστες μ΄αγαπημένα γαμήσια αλλωνών
Συμπονάς νεόψυχους Βαρόνους που παραμένουν σκοτωμένοι απ΄τον εμετό τους
Λες -
-Να κοιτώ βαρετά κορμιά έξω απέμεινε τσαπίζοντας φυγές μέσα μου τυχερός 
σ΄ότι βήμα βήμα επιμένει πίσω από εμπριμέ γυναίκες και μάνες μυγοσκοτώστρες 
-Να τσούζω γκιαούρης τα μάτια μου σε βρώμικα ριχτάρια και καμπινέ σοφά θέλω
πριν το άνοιγμα του ψυγείου να ξεδιψάσω μ΄ αλκοόλης τ΄ αληθώς φτάνει δις
-Αγαπημένη 
-Πριν σε πηδήξω μες το αίμα του νου μου
 οι νεκροί με κοροϊδεύουν ακέρδιστοι
Μετά οι ώμοι σου παζ αβολοντέ γίνονται νεροποντή ανάπηρης αγάπης διαμέσω
κι η αναπνοή μου φουσκοθαλασσιά προσπαθεί να γίνει ποίμα κέρατο σκληρό
Στα τσακίδια γράφω ξανά και ξανά ωσάν βρακί μεταξωτό και γύρω μου παντού 
ιατροί κόβουν νήματα στης φαντασιάς το γιατροσόφι λες κι η Νικαρία 
στα γεράματα του κόκκινου κρασιού τυφλώνει λάμποντας στο μάταιο μου
-Θα με δεις συχνά 
να το παίζω τζάμπα και τζερεμέ μαλάκας σπάζοντας πάγο σε βρώμικη πετσέτα 
Να καίω λάστιχα σε δρόμους που δε περπατήσαμε -να τρίβω φελιζόλ 
φύραμα σε κότες φευγιά -να σιχτιρίζω ψέματα στα παΐδια σου 
και με το χέρι στη τρύπια τσέπη να περπατώ πίσω από κώλους κρεματόρια 
Το τραγούδι των πνευμόνων κάποτε θα σταματήσει και στοιβαγμένα παντελόνια 
μες τον ήχο των λειριών θα χρυσοσκονίζουν το μυστικό της επόμενης γέννας
Εγώ - Άνοιξε κλείσε τ΄ ασημένιο ψυγείο
Εσύ  - να παίζεις  με τη φυγή κουμάρι 
τρυπώντας με γκαβλωμένες κωλότσεπες 
γιαγιάδικο γονίδι και τ΄ανορθόγραφο ανισόρροπο εσαεί σου στη φυγόκεντρο μου 
Αγαπημένη -
Η αυλαία του πηλίκου ζητιανεύει νωθρά τρόπο να κοιμηθεί με σώματα ευθύνης
-Ποια είναι αυτή η πλαστελίνη νιότη που χάθηκε στα πρεσβύτερα της ευκαιρίας 
και τ΄ άφατα των γερασμάτων της παιγμένα -ρε λα φα ντο στο μισομπούζουκο
Κάποτε θα ξεμπερδέψουμε με τις μάχες και το -εσύ ρε"
Μέχρι τότες θα νιώθω αποψυγμένος εραστής
θα κοιτώ το κουτί να βγάζει ζέστα
θα βάφω με τζιλά τις νύχτες 
σε ντελούξ πορνοταινίες
κι εσύ θα χασμουριέσαι με χείλια ξεσκισμένα από ευθάνατο σκυλί 
Κοίτα απ' τον εξώστη τον παραθερισμό της αυτεπίγνωσης
Δάσος και δάχτυλο καμένο και κομμένο
Δις κορόιδα μανάδες δίσεκτοι γκαβλωμένοι θανατοποινίτες πατεράδες
δυσκοίλια παιδιά νταβατζήδες χειροτεχνούν σκιάχτρα για το αιώνιο χωράφι μας
Ρωτικό και στρόγγυλο σαν τα ευαίσθητα στήθη σου για μια ακόμη ημέρα 
που κοιτώ μ΄ αναγούλα τα λαγγέματα της στα πλακόστρωτα ν΄ αβαντζάρει 
το -εκεί" του κάθε αλκοόλα που καταλήγει κατάκοιτο δια ενηλίκους επίρρημα ζωής
Αγαπημένη -
Ακινησία και μαβί σύμπαν 
λόγος να υφίσταται ο άντρας
Να σφυρά ψυρίδικα για να κρύψει την κάμερα κι αυτά αρκούν 
να ξεγράψει για λιγάκι τον εαυτοκράτωρ χτυπώντας πλήκτρα στο χώμα 
στο σπίτι και στη μοναξιά του πέους του που τα δονεί τ΄ ανέσπερο μουσικό κλειδί 
σαν ζουρλός τ΄ Αγίου μιας άδειας κρεβατοκάμαρης 
Έτοιμα όλα τα δεινά του να υποφέρει τώρα κι ουχί να πεθάνει πριν λες και πλίθρες Μαγδαλήνιων πετροβολισμών μες τα εντόσθια του δύουν αντάτζιο αλουσιά
Κι όσο οι μακελάρηδες τρόποι μπανιαρίζουν 
με σπαρταριστά κάτουρα 
τη γλύκα του νου -
-Εδώ λες χωρίς χάπι κι αζημίωτο παιδεύω αυτό που θα παιδέψει ο καθένας 
θέλει δεν ξέρει
Ωσάν ατάραχος ονειροκτίστης σουβαντζής κληρονόμος που ζυμώνει και τρέφεται
με ηλιόσκονη μακαρόνια και φονικά φάτα για τ΄ άσαρκο σμίξιμο με τ΄ απέραντο 
μυριάδων ζωών
-Μάχες αποδοχές αγαπημένη με τις καλύτερες θεραπείες  
για τις χειρότερες αρρώστιες μιας κι ο χρόνος μας δεν υπήρξε 
-Αγάπη κι ωρέ