Κοντεύοντας στα πενήντα αντιπαθείς ρουτίνες σπατάλες
Κερδίζεις τη πλούσια αγωνία σου με βρώμικα ποδάρια
στο γκαζωμένο βλέμμα του ζώου που σ’ αγαπά κι εισχωρεί
γλείφοντας τα ράμματα σου χωρίς πουρόκερ ενοχές
μ' ακατόρθωτη ταχύτητα γι' αυτό που φτάνεις και νίπτεις
Είτε θες είτε δεν υπήρξε με το βλέμμα του -εμείς"
πατώνεσαι στη ζέστη της άνοιξης που θες ν' απορήσει
κουτσά στα νώτα σου κι αφήνοντας το ξερό της τώρα ζητάς
ωσάν ρόγχος ζωής μες τον αμάνικο γαμημένο σου λοιμό
ν΄ ακούγεται η ρήση -
-Ότι δεν σκέπτεσαι είναι Ικάριο κι ότι δε νιώθεις είναι δίκαιο