stat

Γιούπι

-Είπες
Τους ανθρώπους με μυτερή μελαγχολία και τις μέρες που νομίζω 
πως πεθαίνει το εγώ θα τ΄ αποκαλώ θάνατε κι αντικαταπληκτικές 
δοκιμές ζωής αφού κανείς ως τώρα δε με φίλησε όπως δεν μπορεί
-Είπες
Ότι νόμιζες πως δεν είσαι αυτό που νηστεύει έτη μες τον νου σου
Δεν ήταν φόβοι γκάβλα πιθυμιές αθεόφοβα σκουπίδια π΄αγάπησες 
Είναι το δικαίωμα τους ν’ αυτοκτονούν ότι ώρα γουστάρουν ήσυχα 
έπαινος ουζομέρας κάθε βράδυ με τ΄όνομα τους στον κρόταφο σου
Ήξερες πως η δυστυχία αρέσει σαν καλογυμνασμένος κώλος 
Εσένα όμως δε σ’ ένοιαζε ενενήντα αιώνες μετά αφού σκληράδι 
βρήκες μια επώδυνη εν υπνώσει ευδαιμονία μες τη κοιλιά σου
κι αποτελείωσες τέρμινο ότι σου μάθαν αλχημιστές τοις ουρανοίς
-Είπες
Μη νοιάζεσαι που δε συνεχίσαμε να κάνουμε άπρεπα σάλτα θάματα 
-Είπες
Μ΄ αγνές παραβολές γαλήνιου Βούδα κι επαναστάτη Ιησού
Με δώρα φέροντας απ’ την αρχαία Ελλάς των σοφών ίππων
σε σύμπαν τόσο μεγάλο που χωράει σε σκεύος ηδονής τόσο δα
ότι ευστόχησες τον πλακούντα κάθε μάνας που να γεννά αρκεί
-Είπες
Πως όλ΄ αυτά συνδέονται σκόπιμα μεταξύ τους σ΄ άσκοπο σύμπαν
και βιάστηκες να ξέρεις τι θα ρωτήσει ο γιατρός πριν γυρίσεις σπίτι
Είναι σαν να ζητάς συγνώμη λες και δεν ήξερες ότι έπρεπε ζενεσκουά
να πεθάνεις πριν πεθάνεις 
Κι έκανες ωσάν τόπος μακριά τις επιλογές σου από κλεψύδρα ποττάνα
όταν δεν ήθελες να φωνάξεις μήτε ν΄αναλύσεις αδέκαστα σαπιοκάραβο
με ηπείρους κι αναπήρους πια τρόπους το γαμημένο εγώ που δε γέρνει
-Ήξερες είπες
Τον νου σου προσπαθούσες να φτιάξεις στοιχίζοντας το αιώνιο ουδέν του
κι ας δανείστηκες λόγια παλιά από προαύλιο δημοτικού σκολειού στα ‘74
-Ήξερες
Πως θα σιμώσεις δαύτο τούτο αυτό δίχως να σε ρώτησες ξαναματαπάλι
-Ήξερες κι είπες
-Κοίτα με"
Μόνο αυτό ήξερες να λες απολογούμενα 
ωσάν μια προκατασκευασμένη προσευχή στα έμορφα σου διαόλια
-Ήξερες γιατί είσαι δω
Κλαψιάρα περσόνα να ίπτασαι όξω απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο του τραίνου 
που σ’ οδηγεί μες τη σπιτική σου αιωνιότης πριν γενείς σαπούνι σε παλιαζωή
-Ήξερες δω κάτω τι δεν είσαι
Και ξέκοβες βόλτες πάνω στα ξεραμένα αίματα του Φον Νταίνικεν
Τ’ αναμασώντα μιας βίδας του Νιούτον κι εισαγωγές βιβλικών ρωτημάτων 
του στυλ -φοβάστε τον θάνατο;" που δημιουργούν μπλάστρι επίλογους 
μακριά απ’ το τέλος που δεν έρχεται ποτέ
-Είπες
Κι αν χρησιμοποιήσω την λέξη -γαμημένο" που γνωρίζεις ότι το να ζήσουμε 
σ' έναν ατελή κόσμο θα μας βοηθήσει να εκτιμήσουμε ανωτέρα τραβαφέρ βία 
την αληθινή έννοια της τελειότητας του εν θεώ ποιος θα με μαλώσει;
Φτάνοντας η μη δεν εισπράττεται καμία σημασία που επινοήθηκε απ΄ανθρώπους
-Εδώ αγαπημένη είπες
Που ζήτησες να έχουμε θάρρος και ταπεινότητα πριν αρχίσουμε το ταξίδι μας 
σε μια άλλη ζωή -εδώ μπορούμε να φιλιόμαστε λέει το τραγούδι των θεών τους
πίσω απ’ το βρώμικο τζάμι τραίνου και την αταραξία του παντοδύναμου τώρα δα
Ίσαμε αυτό να ορίζει 
τις επιστροφές μας στη Γη ξανά και ξανά μακριά απ’ το αληθινό μας σπίτι"
-Σε παρακαλώ είπες
-Στείλε μου τώρα 
ένα μήνυμα που θες να πάρω μαζί μου για το επόμενο ταξίδι μας ωσάν -
-Εδώ κάτω αγαπημένε που όσο βαθαίνει η επίγνωση μας 
τόσο αυξάνεται και η ποιότητα της ύπαρξής μας"
-Είπες
Εδώ πέρα γαμημένο μου τραίνο κι εσύ ιππότη νου δίχως σκέψεις ελέφαντες
ας γίνεται το ακριβότερο τίποτα που θα μου επιτρέψει 
να λέγω στο άσκοπο σύμπαν μας -
-φίλα με όπως δεν μπορείς"