
θα ήθελα να είχα σκώτι από τιτάνιο
Πλεμόνια αγγέλου
Να ΄χα εφεύρει με τ΄ όνομα Καύλος τα λεξίδια φρασί
-γιεγιές
-εν ζην πεθαμένα
-έλκει σαν αλατζάς κώλος
-μείνε στας φωνάς
-της εφελαής σάλια του ντράμερ ουδέν βαρετά
-κωλοφωτιά γυνή
-διά τι;
-νάθινγκ
Γενεές δεκατέσσερις κι απολειφάδι είμαι
Ρυπαρά τράγουδα εβδομηνταδυό είμαι
Λες και σαν γνωρίζω με τας αιώνας να ιδρώνω φανέλα
οσάκις τα κάλλιστα προφέρονται τραβάγια από αναπηρίκ
Να ΄χα εφεύρει με τ΄ όνομα Καύλος τα λεξίδια φρασί
-γιεγιές
-εν ζην πεθαμένα
-έλκει σαν αλατζάς κώλος
-μείνε στας φωνάς
-της εφελαής σάλια του ντράμερ ουδέν βαρετά
-κωλοφωτιά γυνή
-διά τι;
-νάθινγκ
Γενεές δεκατέσσερις κι απολειφάδι είμαι
Ρυπαρά τράγουδα εβδομηνταδυό είμαι
Λες και σαν γνωρίζω με τας αιώνας να ιδρώνω φανέλα
οσάκις τα κάλλιστα προφέρονται τραβάγια από αναπηρίκ
καρεκλιέ νεκροκρέβατα κέντρων αρρώστιας η γκρεμνούς
Υποψήφιος κρεάτων φυλακών κώλων είμαι
στο γαμήσι μας μπάλωμα της ζωών έκαστος του Εν ράβω
Ευτυχώς πια δε τρυγάει η κράνα μου για το μαζοχοκορίτσι
και την μουνόμπαλα π΄ απέμεινε στον τσουφκοδράκο της
Τα τσαμπασίρια καφριλίκια με παρακεντέ αρχοντομούνες
Το θεού κωλόσκυλο που μου΄ στειλες εν καιρώ διόλου
Το θεού κωλόσκυλο που μου΄ στειλες εν καιρώ διόλου
Το παρά ευρεθείς μου ασκόπιμο κοιμάμαι και θεραπεύω
Σιωπώ
Ποτέ μη πεις -ποτό είμαι κι η νοηματική μου μικρομέγαλη
Ποτέ μη πεις -ποτό είμαι κι η νοηματική μου μικρομέγαλη
-Άλλο σαλτσοχαλαστής κι άλλο Λάκης μαλακοτεντωτός
Κι ακόμα
Αφήνω της προσωψυχής μου τα συγκρουόμενα ράντομ
Κι ο θώρακας μου φιλοξενεί σ΄ αναμονή σύμπαντο
Το νιόβγαλτο περιποιημένο του νου που κομίζει βαλούτα
Κι ο θώρακας μου φιλοξενεί σ΄ αναμονή σύμπαντο
Το νιόβγαλτο περιποιημένο του νου που κομίζει βαλούτα
ίσα για ξεύρω πως και τι ελέγχει τα δήθενε σύμπαντα τους
Μόνο αιώνες αναλήθειας δεν είμαι
Σκευάζω ταψί ταξίδι κόσκινου πάκος υπεράνω αληταρίας
Σκευάζω ταψί ταξίδι κόσκινου πάκος υπεράνω αληταρίας
στο εδωδά μπουρδελλαδιστάν του τότενες και της γκάβλας
Στο μακριά απ΄ το τι πρέπει κι είναι εις δίκην οι εφημέριοι
δικαστές πολύξεροι βιζαβί κι απεναντίας μορέλλο θυμών
Τριπάκι σου λέγω με κάθε μέσο σε ισιάδα κλειστή γαία
Κι άνεσης μπηχτή ταβερνιέ με λιγδόχερα στο τιμόνι
με σπάνια αλητόμουνα ζαβαρακατρανέμια και το κλανόγελο
γιόμα στο στόμα βουρ να γυρνάω από πλατεία σε πλατεία
μέχρι στης Αντάρκτικας ενδοχώρας τα πηγάδια να φτάσω
Είμαι ένα αποδημητικό τσουλί
Πίνω τον καηβέ μου σε μουνόδρομους ίσαμε να γίνω
ανεσίφταγος κι -αυτό που είχε δύσπνοια και πέθανε"
-Δες ρε βλαξ χασπί και δεύρο μου λέγω
Η ησυχία σου δε κάμει χωριό με γιούργια και ποδίτσες
παρά με παγκουί σταρχιδισμό εραστών συν τω ένα θεώ
εκεί στη μπλιούνγκα"