Ωσάν φωτοβολή άρχεσαι
Σουβή σκας μες το κρανίοΚαι κάτι σπαθιά κορίτσα
θρυλικά πεθαίνουνε
Ξεχρυσώνουν το σκατό τους
Πίμπα φως ονειρεύονται
Κι αυτή η άνιπτη ησυχία
των νεκρών
μου ζεσταίνει το νερό μου
Να τους πλύνω
έναν προς κανέναν σ΄όνειρο
δίχως βοήθεια από σώματα
Χαϊδεύομαι από τέλειο γινάτι
λες και ξέρω τι θα μου συμβεί
Κι ο Πολυτίμης γείτονος μου
η κουτσή ευτυχία του
σώματα λαμαρίνες κι ήλιος
Φόρα γύρα σε πίσσα μπλε χώρα
Κι η αναμονή δικάζεται πλερωμή
σ΄ένα κάρο γιόμα σάπια λεμόνια
Το σώμα
Οι άνθρωποι
Ο θάνατος