stat

Συ














Και να! 
-Στο δεξί μου χέρι μια έξωθεν λύση αυτοσαρκαστική 
επιθετική εκδικήτρα στο ρους του βιος
-Αγνοώ κι 
επιπλέω στο ίδιο νευρασθενικό ιδίωμα 
που ανακυκλώνει ελπίδα κι αίμα
Φωνάζει κάτι μέσα δε ζητά αγνοεί και δε ξέρει 
πως να επιβιώσει να ζήσει μαζί με το σώμα 
Πληγές ενοχικά καλούδια τηλέφωνο βούβα για καλό
-Μα γιατί όχι
-Tι σκοτώνει; 
-Τι πεθαίνει 
-Πεθαίνει;
Δεν θα μου λείψει ποτές το χτύπημα της 
δεν είμαι αναλώσιμος στα είδη προς εξαφάνιση 
δεν θέλω οίκτο μέσα στο κρανίο μου 
δεν τα επινοώ εγώ  και ποτέ ξανά δεν θα το κάμω
Άλλο ένα τσιγάρο εις την υγειά των πολέμων 
που ξεκίνησαν σήμερα το βράδυ ίσα για να δείξουν 
δρόμο κι αφόδευση στα χαμένα όρια του σύμπαντος
-Καταστρέφω έμορφα ασχημindie ταξίδι εις την ασχήμια 
ιαίνοντας το πληγωμένο κορμί της τουρλολιγούρας μου
διά φόβο κι εξάρτηση απ΄ άνθη χωμένα σε βάζο νεκρό
-Σε θέλω
-Σε ψάχνω μες από την απουσία μου 
-Σε ξεκοιλιάζω κάθε μέρα στ΄ ανύπαρκτα όνειρα τους 
δεμένος με γκοφρέ αλυσίδες κι αίμα τρέχει απ΄ τ΄αυτιά 
δότριας ψυχής τέλους που ευθύνεται για ότι δε θα συμβεί
Έχει μείνει ξεχασμένη γεύση στο στόμα κι είναι σάρωθρον
της μοναδικής ορμόνης που σώζει από σύγχυση κι εμορφιά 
παντοδύναμα κι εξελικτικά κολυμπηθρόξυλο σκατό 
-Το σώμα σου θέλω για ταξίδι στο ψυχικό κόστος για τζόγο 
σε κάρμα καζίνο μοίρας που έμαθα να τιμωρώ ποντάροντας 
στο μάτι το χέρι το πόδι τους όρχεις το στομάχι με τα έτη
ίσα για να ξέρεις πως είναι η λύση μου σε τριπάκι απάντηση
-Πέρασα σκορπίζων σε πλαστή σκέψη για να ΄χω κίνητρο 
να ζω Εν δίχως ν΄αγαπώ τους εγκληματίες της νυκτός μου
Πονά μα ουδέ καίει ωσάν λάβαρο 
μες σε κρατήρα κενού 
-Κι ευτυχώς μια γουλιά σταφύλι καυβτό στο σπλάχνο 
κάτω απ΄ το καρδούλι μια γουλιά λειψή ακόμα χωρίς 
αυτή η ανάγκη να θέλει να σβήσει γι΄ άλλη μια βολά
Λύση φύση έξυπνο ζωτικό μες σε ταραγμένα νερά κι εις 
την ηρεμάδα καταπακτή ωκεανών της γύμνιας βρέθηκε 
στα πόδια του τέρατος τυχαία κι ειμαρμένα 
Είχε πλάκα η ζωή 
Πάντα θα είχε 
Γεννάει 
τρώει καταπίνει ενεργειακούς φόβους χαράς με χάρος
κι μουχλιασμένα θυμικά τρώει από μέσα το φλοιό μας 
που ΄ναι ένα δεμάτι φιλοσοφημένα κατασκευασμένα σκατά 
κι ένα μαβί κερασάκι ο βλαξ θάνατος της
-Τρέμω από γκάβλα και θάνατο αντίφαση ζωής και θεραπεία 
στα γήινα του όξω μου 
-Πεθαίνω για πλάκα τρώγοντας σάρκες ενός έρωτα παραμυθέξ 
δεμένου μ΄ αλυσιδωτές εκρήξεις στο χάος μια λέξης 
που επινοήθηκε απ΄ ανάγκη και ψύχος στα τροπικά μέρη 
μιας αλήθειας που δεν την ακούμπησε ούτε το σύμπαν
-Ποθώ τις παλιές παιδικές εικόνες που μαγαρίστηκαν για λίγα 
δεκάρικα κλεψιάς πάνω σε λιωμένο παγωτό και τ αυτιά μου 
κόκκινα από τον πόνο του μπαμπάκουλα
-Πια λογική ορίζει το τι δεν είμαι και πια τρέλα χωρεί σε σακιά 
μ΄ αλεύρι λευκό δήθενε αγνό και πρόστυχα πλασμένο εις κόζμο 
που υπηρετεί φως ακίδας που μπήγει με γνώση την φωλιά μου;
Και να!
-Δω κάτω είναι όμορφα και ταπεινά να σου δείξω πως 
ο τραγικός αυλός μας βγάζει αυτούς τους ήχους που παράλογα 
σε λυτρώνουν με τέλος και αιωρισμό πάνω από σώματα 
κι ελπίδες αόριστα προσανατολισμένες στο "φοβάμαι" 
-Υπάρχω ξανά στο κενό που ΄ναι το μέρος που έπαιζα μικρός 
μες σ΄ αγκαλιές χωμάτινες κι αλάνες εγωισμού από τότε 
με τον Γκρέγκο τον Ταξ τον Σταμ τον Λυμπέρη
-Έμαθα; 
-Είναι γελοίο να το πεις τόσο μπαρουφέξ  
όσο άδεια το νιώθει η κατάντια σου
-Έλα να σου δείξω τι πονάει
Τα σερνικά οργίζονται -
-Δεν μίλησα κι δεν θα πω πως δεν έκανα εγώ τους πολέμους 
μήτε αναμετρήθηκα με τον φόβο του μικροπεισμού για χάρη του
-Δεν όρισα το μέτρο 
-Σεις ορίσατε το τέλος του ήλιου και γανώσατε με σοφία 
τα μπακίρια της ιστορίας βιάζοντας το σώμα της εμορφιάς 
με τα τρεχούμενα σάλια σας αφήνοντας χνάρια μουλαρίσια 
πίσω από τάφους ίσα για να ουρούν ανώτερα σκυλιά
-Η γυναίκα δε μας άξιζε ποτέ μαλάκες μου
Μια τυχαία Αφροδίτα μας γέννησε που μας πέταξε πίσω εις καιάδα 
σαπάκι εξουσίας μας δια τιμωρία εγκλημάτων που καψώσαμε 
-Η χολέρα του κόσμου είμαστε ντιαρ
-Μα εγώ;
-ποιος γω
-Σχώρεση ζητώ πάντα απ΄την βλογιά ενός θηλυκού γεννήτορα 
θείου
-Σχώρα που δεν ήμουν αυτός που θα σώσει το τώρα σου
-Δε γνωρίζω τι σημαίνει -δώ"  όσο δε ζω πια σ΄ αυτό που
δε μου ανήκει δε χωνεύεται με χημείες και χαμογελαστά μαντζούνια 
-Φεύγω για το ταξίδι
-Το κόμιστρο ξοφλώ ακόμα σε καμπινέδες μιας κολάσιμης καμινάδας 
που έχει ξεβράσει σαπούνι απ΄ το σώμα για να πλυθείς μπλουμ 
στους λογισμούς της τρέλας που φοβάσαι ότι υπάρχει 
-Ποτέ δεν υπήρχε
-Μόνο κουφάρια στην απροσδιοριστία του χρόνου γεννώνται 
να αναρωτιούνται γιατί γύρισαν πάλι οπίσω εις μηδενός αγκύλι
και κανείς κανείς κανείς  δεν τους απαντά -
και τρελαίνουν το τζιζ της κουράδας τους που πρέπει να εκλείψει
-ακριβή μου