stat

Πουλ δε τρίγκα









{Επιστολή προς Αργεντινούς αδερφούς 
τοτεμίστες του αξεπέραστου culos por dos
εν ζωή σοφού κώλου και των συμβόλων
σκουπιδιών μιας μπανιστιρτζίδικης ζωής
}


-Υπερτιμητή περήφανε Λατίνε αδερφέ 
Τα οργισμένα μου σκουπίδια τόσα έτη
ήταν ένας πνευματικός νάρθηκας
ντυμένος με σάρκα και γυαλιστερά εσώρουχα
Ζει ακόμα στο κέντρο ενός ακατανόητου κύκλου
και πατάει τα χώματα της γηγενούς ιαχής 
ψευτοηρώων και μακαντάσηδων
Εκεί γεννήθηκε ο γόνος αυτών που αποτίναξαν
το κάτεργο της αιώνιας σκλαβιάς ενωμένοι
και δε βρήκαν μετά τον χρόνο να νικήσουν
το τραγικότερο κέντρο του κόσμου τους 
κι αντίπαλο όλων -Τον εαυτό τους
Κάποιοι φοβήθηκαν νωρίς την τροχιά 
της στρογγυλής ζωής τους και μάζεψαν δέσμια 
κι άπιστα τα σκουπίδια της αθανασίας τους
ίσα για να ξέρουν κάποιοι άλλοι πως κάπου 
τώρα ξεσπάνε μ΄αναθυμιάσεις ήχων καλέσματα 
μιας χωμάτινης επιστροφής
Ένα απ αυτά έχυσε την ματαιότητα του 
σε φέρετρο καλούπι τότε
Ένα ακόμα από ναρκισσισμό διαβάζεις τώρα
όπως ακούστηκε με οίστρο και γκάβλα στη χώρα σου
συνοδεία πέντε
 βιμπρατομουζικάντηδων διά λυτρωτίκ
σκαπούλα από τον πόνο τον πόθο και το λόρδο "εγώ"
Τα τρία αχαρακτήριστα μεράκια της ζωής χάρισμα 
στις ορδές φιλοπρόοδων υπηρετών μιας ήττας 
που βουλιάζει μες σε μπαλωμένη τσέπη και τρύπια λάθη
Είναι τραγικά μοναχικό να βρίσκεις αστεία τη ζωή κει όξω
κοιτώντας με τα μη αυτονόητα μάτια σου κι όχι 
τα τυφλά των άλλων καταλαβαίνοντας που καταλήγουν
οι ραγιάδικες επαναστάσεις των φοβισμένων γονιδίων
Είναι σιχαμερά βασιλογεννημένη η συνήθεια ν΄ ακούς 
κολλαριστά νωθρά μαύρα κατεστραμμένα πλεμόνια λόγια 
που φτύνουν καπνίζοντας ανηφορικά φθηνά τσιγάρα
σαν βουλωμένοι καπνοδόχοι από σκουπίδια αθανασίας
Ομοιάζει με ασαπούνιστη αγχόνη να πετάς τα μπάζα 
του αργού τέλους πριν κρεμαστείς ρόμπα δημόσια
σε μια φρέσκια χωματερή που μετακομίζει 
Σε νέες παυσίπονες βραδιές κάθε φορά που πονάει 
όταν έρχεται μια νέα θεά εκσπερμάτιση ανακυκλώνοντας 
μ΄ ανοχή τις κατεψυγμένες σκιές αυτών που ποζάρουν 
με φουσκωτές εγωλατρείες σε τσιγκέλια ψυγεία ειδήσεων
Και νυσταγμένα συνεχίζουν να μαστιγώνουν στέρνα 
άσημων νεκρών στα παπάρια του Δία
Ευτυχώς -
είμαστε κατά βάθος ένα είδος εταίρου χωριάτη
με σαματατζίδικη πρόνοια εξουσίας να κυλά μες σε τριχίδια 
αγγείων που κληρονομήσαμε από εκ θεού ήρωες πολέμων 
Μα -
-θέλω να ξέρω πια
Γιατί υπήρχαν σκουπίδια που γέμιζαν παιδικά κουβαδάκια
αντί δισεκατομμύρια κόκκοι ζωής στ' ανήλικα χρόνια 
των ρομποτικών ευθυνών μου
-Θέλω να ξέρω τι σμίγει με παθογένεια τα ξεροσκισμένα χείλη
και το σπέρμα μιας πρησμένης βαλάνου με 
στύση πανανθρώπιξ
πριν πηδήξει το σάπιο βαρέλι με τα ξεραμένα αίματα
-Βρίζω κωφάλαλα τα κατασκευασμένα λίκνα των υστερόφημων 
αξιολύπητων θεών από βολεμένες ορδές σε λανθάνουσα 
ασυνάρτητων πατέντας ρουφιάνων 
Όλοι θέλουν να θεραπεύσουν και να θεραπευτούν λαλώντας το - 
"σ΄ αγαπώ άνθρωπε" όσο μπορούν να περιφρονούν 
τα σκουπίδια σύμβολα ίσα για να ζήσουν χρονάκια παραπάν
και την έχθρα του νου που πεθαίνει αβοήθητα τελευταίος
Όλοι πάντα θα περιμένουν την τελευταία επίκληση στον διάβολο
των αψήφιστων φασιστών της κρυψορχιδίας
Ζητώντας να σώσει κάτι για χάρη της οικουμενικής περηφάνιας 
των παγκόσμιων πολιτών και μιας πρώην οποιασδήποτε 
ηδονισμένης χώρας που ρεύτηκε ρόμπα άμιλλα με πενία σπονδή 
στα βρεμένα χώματα που πάτησαν και σκοτώθηκαν 
πλυμένοι στρατιώτες για να το κάνουν δικό τους
-Τελικά επαναστάτη μου
το πίσω μέρος του νου είναι ένας θυμόσοφος αξιολύπητος κώλος
που χέζει ρυπαρά βράδια στον αέναο κύκλο των πόλεων μας
Κει που πάντα θα κοστίζει ν΄αναρωτηθεί κανείς γιατί στοιχίζει τόσο 
η ταρίφα ενός δικολάβου κηδειών με πρωτευουσιάνικο οίστρο 
καούρες στη τσέπη και ψωλής χαβά
Τελικά σοφή κι αθάνατη τρυπίτσα των σκουπιδιών μου
τα παυσίπονα νεκρώνουν τη βρώμα της σκέψης -δε την διώχνουν
Καλούν μια πληγιασμένη λαλιά στα μέσα μου
Είναι η λαλιά των μοβ τούβλων της παν ασήμαντης αθανασίας
και της ανάπηρης βουβαμάρας όσο το πόσιμο αίμα θα γέννα 
αιμοστατικές λύσεις αφάσκιωτης ηδονής για τα μαρμαρωμένα μόρια 
και τα μουδιασμένα σπήλαια που ποτέ δε θα κατεδαφίσει σύμβολα 
χτισμένα για πάρτη του θανάτου κατεβάζοντας μαύρες πλερέζες
Μόνο εφήμερα θα δώσει λίγο γάλα σκέψης άρμεγμα φθηνό εβαπορέ 
για μια νέα απόπειρα φυγής μολυσμένο απ΄ αδιάφορο πούστη φόβο
βιολογικά ματωμένο από την επανάσταση των σκουπιδιών 
μιας 
ποττάνας αιωνιότητας που σου λέει -ξαναβάλτο να το χορέψουμε
-Τίποτα δεν μου μένει πια παρά να μαζέψω τα φασιστικά κομμάτια 
που μου δάνεισαν και να τα ράψω κατ΄ από πρησμένα στομάχια 
με γλυκιά πικρόξινη ύλη ίσα για  ν΄ αποδεχθώ τη λαλιά
Να κλείσω ραντεβού στα τυφλά με τον δαπανημένο σωματικό πόνο
της πειραματικής μου νομοτέλειας 
Να πλάσω εικόνες σφήνες μες τα σκατά του κουβά μου
που δεν είδε ο κάθε όμοιος τους γόνα κι άλλα πολλά εμπριμέ
Να στείλω σε βουλγάρικο κρεματόρι τα γερασμένα μου συναισθήματα
που βουλιάζουν για πλάκα ντιβανοκασέλες βάρκες για χάρη 
του υπερεκτιμημένου λυσσαγμάν εγώ 
-Ήμουν κάποτε 
ένα καθάριο καλομαθημένο πεντάχρονο που έπασχε από ρίγη αλητείας
κι έγινα ένας ενήλικας βρικόλακας φυλακόβιος χωρίς κελί ίσα να κοιμάμαι 
τα βράδια της άγνοιας σε σάπια πατώματα αυτοκαταστροφής πετάδην
Ήμουν φαιά αστεία αψήφιστα συνένοχε ραγιά μου έμορφα απλησίαστα 
αγαπημένα από ναρκίσσους χορεύοντας με τ΄ άσπρο σκαρπίνι του Κίτσου
και τους δυστυχείς μιας κατακαημένης αρρώστιας γιάνκα βασιλιά
Μέχρι που δεκαπέντε μισθωμένα κοπρόσκυλα βάφτισαν 
ως καταναλωτική ψυχοπαθογένεια δυτικότροπα τη δύναμη μου 
ν΄ αντιστέκομαι στα σκουπίδια μου για να καταλύσουν τη μπέσα
και να πάρουν στα χώματα χαρτιά που θα κληροδοτήσουν σε ομοίους
Ας φάμε ότι δεν μπορούμε πια σύντροφε
Ας ταξινομηθούμε δια παντός νούκουτου
Ας αφεθούμε στις βουλές τ΄ ανερώτευτου θηλυκού 
Των εικοσιπενταετούς πειραμάτων και του κερδοσκοπικού ψεκασμού 
Της σωρηδόν ίασης των κίτρινων χαπιών 
για χάρη του σκεπασμένου μαχαιριού με πετσετούλα
Μέχρι να γίνουμε η φάρα των λιγοστών εξαρτημένων
απ΄ αστέγαστα δάνεια 
ψυχής