ληγμένο κάτουρο στήθηκαν τα δοκάρια μου
Κι ωσάν αυτοδίδακτου κλόουν δάκρυ θα βρω
καινούρια μάνα να κλάψω προ του θανάτου της
Θα μου στερήσω τις βασίλισσες σε σύγχυση ίσα
να βρω σπασμένες παρθένες πόρτες να σπάσω
στης φύσεως τα -τζάμπα καίει η λάμπα" θάματα
και κρίσης πλάνη λυχνίας σβεσθείσης κρινόμενα
Διαταράσσω ότι δε βιάζει τη μπούνια μελατονίνη
ωσάν κύκνος τέως Ὀδυσσεύς εν σαρκίο κανένα
προ της ψύχωσης του νου να βρω τον ύπνομαν
που ξέρει να ροχαλίζει ιδρωμένα Mah Nà Mah Nà
Δε παραμένω σ΄ ότι ομοφυλόφιλα άπιωτα τυφλό
λεπρό έξαλλο και καρκινοπαθές εις τα χαρτιά
που δεν αργοσχολά στο μάταιο διχαλόβυζο ψαχνό
και το μογκώλο ξίγκι που τ΄αγοράζει και το πουλά
Βρίσκω αψιλίες πέτρες να βράσω πριν την ατίμωση
Βασανίζω τη πανικοβαλμένη γυνή τσέπρα μου ζωή
που ξέρει να σταυρώνει ερασιτέχνες βίαιους θεούς
όπως τόσα έτη οι λακέδες τους λουκουμάκηδες
με λάθος λάρτζ σασί νεροκουβαλητή αντίδωρο
Συλλέγω κορμούς να φτιάξω τον νέο μου σταυρό
Κι αφού μου φτιάξω ένα φτερούγισμα δόξα σύμπαν
στο πάνω χείλος των σπασμών στ΄ αντρίκειο πατρί
στο πάνω χείλος των σπασμών στ΄ αντρίκειο πατρί
δολοφονώ ένα νέο ανδρείκελο Σώτο ατρουμφάκι
σε μιας νέας τάξης δυο τούβλων αριστερό δεξί
πατήματα όξω καμπινέ επόκα ντελ σολ στα '79
Σουγιά στο παλιατζίδικο ζητούμενο υπέροχο τίποτα
του φύλαξ αγγέλου μου βρίσκω ζητούμενο εαυτού
πεταμένο σε νέα απαλομούνα θάλαττα καρκαμάντζα
Απ' αρχής της γένεσης μιας χειροποίητης σαπουνάδας
Απ' αρχής της γένεσης μιας χειροποίητης σαπουνάδας
πέρα απ΄αυτή τη βρώμα που ρούφηξα μ΄ ελληνικούς
ωσάν βροντή -κι εγώ σ΄ αγαπώ" κατακάθι καφέδες
Κάνω τ΄αγροτικό μου εξ απαλών ονύχων σε σκατούπολη
Με ξυρισμένο αναίμακτο πρωκτό ντούγλα πρόζα μουστάκι
κι ακαλλώπιστο χειμωνιάτικο μπικίνι λιάζω τη σκιά μου
στη πλάτη ριγωτών καλοκαιριών ωσάν λιλίνι μπαγλαμάς
Κι όλα τα κωλοκαίρια θα βραχούν με το ίδιο κατουρημένο
θαλασσινό νερό της έλευσης και του ναζωραίου πνιγμού
Θα ταπεινώσω την απάντηση της βαρετής αυτοκράτειρας
το σκώτι μου να κουράζει λες και με τον Κούρδο αδερφό
ανεβάσαμε δυο σακιά τσιμέντο στον πέμπτο σε νεόχτιστο
Σπάω πάγο σε πετσέτα στο μπαρ της κουζίνας μου Ιλιάρδα
Αναπάλλω κουλουράκια διάφορα voice over σε πόλη
δημοσίων υπαλλήλων της ζωής που περνά και κρύβονται
κι η διαφήμιση της Ζωζώς θανάτωσε τον αγαπημένο μου
"και τι κουτί κουτί"
Η σπάλα σκέψη μου σε προσφορά και τροφή της ενοχής
είναι ψυχοσωματίκ ερώτηση περγαμινίστα ψυχοθεραπέφτ
Σκατά αξεστόμιστα βάλουν φρουλάιτ σ' αρτηρία μπιλιάρδο
που βουλώνει αυτοάνοσα μάταιο τα του τω έσω τσαμπουκά
Θωρώ ρομπότα σε προσφορά τ ΄ αλληλοεισπρράτειν μηδέν
του εαυτού σουσαμοκούλουρα χαίρε ω χαίρε αθανάτων πια
-Δεν ειμί ωρέ καταγραφέας που κουράστηκε να ρωτά
το κωφάλαλο δω δεκάκις τρις ήλιων και πλανήτων σύμπαντο
Ξέρω τι θ' αμακώσει τα γραφτά που ΄χουν χουφταλία ιδέα
κι ο ψυχαναγκαστικός μικρόκοσμος μας κάφρος κωλοπαιδίζει
Το κάτι τι θα εξοντώσει την φάρα και να πάνα γαμηθεί
ο επίλογος καβγάς τρόπος της μπουγάδας
- κι ουχί τίποτα το πυροφάνι υπέροχο
Μα αν νικιόταν κι αυτή η εμμονή της εξάρτησης
Απ΄ τα γεννητικά μπατίρια όργανα μιας ανάλγητης ποίησης
σε παρακμή και λυτρωτικά κόμματα για τους πεθαμένους
χωρίς τρελό φασισμό και παντομίμες ατάκες για τους ζώντες
Θα ήμασταν κοιλαράδες Βούδες σε σάπια σταύρωση
καινοτόμα δίκαια και χωρίς χοληστερίνη
Έτσι θα ξαλάφρωνε η φυλακή απ΄ το πρωινό χέσιμο
των - 7 τίποτα" πάνω στην Κατίνα σαλαμάκι" ψυχή μας
-
Αν ότι κάτσει δίπλα στο σκοτάδι γράψε μου νέα σου
αυτοκρατορικά όπως ως πληγωμάνα γαμησάμπλ νιώθεις
Κάπου μες τα χόρτα θα σε ξεριζώνω περιμένοντας με
Βυζαίνοντας τον ήλιο
Βυζαίνοντας τον ήλιο
