Ο πιτσιρικάς φοβάται
Ζει όπως τ΄ αρπακτικά
Εγώ και συ
Ζει όπως τ΄ αρπακτικά
Τραβάει βίντεο με το κινητό μες σε λεωφορεία
ντυμένα γυναικεία σώματα μπας και σώσει
αυτό που δεν του δώσανε να καταλάβει
Σώματα φέρετρα που τον αφόδευσαν
στο χθεσινό γεύμα που περπατούν για να περπατούν
εν και γι΄ αυτό που δεν θα μπορέσει να νικήσει ποτέ
Συμβόλαιο με τα ντιβάνια του Προκρούστη
και το μουνί που μας γέννησε δεν υπογράφτηκε
αφού ο μέσος βρούταλ διανοούμενος ελός
είναι ένας άσχημος χαρακτήρας παις μαλίνας
Μ΄ ακάθαρτο κακοσιδερωμένο βρακί δω και μέρες
π΄ αφήνει την κοτσίδα να στιγματίσει το παλεύω του
και το κάθε κουφάρι φραγκοφονεμένο βιβλίο του
Σώσμα και λαικά σκουπίδια κρύβει η ευγαμήσιμη κασέτα
σε κρυφή κάμερα φτιαγμένη να τραβά μ΄όση σταθερότης
ότι μένει λιανισμένο στον κόντρα θεό γιαραμπή
με dirty σύμπαντο πείνα κωλαράκι τσαντσλίνα μανταλίνα
Ο κάτοχος γέροντας στην μπροστινή θέση του αραμπά
βγάζει τραγιάσκα κάνει σταυρό εις μνήμη ανθρώπων
που γέρασαν πιστεύοντας στο -έτοιμα" του -πάρε να 'χεις"
Όλοι τρομοκρατημένοι κοινά βαρετά φορεμένοι σε μπότες
ναζιστή χρόνου μαλθακά μαγειρεύουν τριχωτές φοβίες
με ξυράφι κατσαρόλα σύνορο γλιμπάτσα
Όσο τα μάτια φοβούνται τ΄ αυτιά βουίζουν και δυο μέρες
ξυπνημένες με τίποτα μέχρι βραδύς είναι αρκετές
Άλλο ένα βήμα μαλάκα μπουλτνοζιέρη μου που περιμένεις
να σωθείς μες απ΄ ένα βαρύ άθλημα ποίημα κοτάω
Ο Άγγλος κοκκινόκωλος εαυτός με τις χοντρές γάμπες
και τις κακάσχημες γυναίκες του αδημονεί στο -Ίσως"
να γενεί κουτσουμαδαίικος θεός μου λες και δε χρειάζεται
Να πουλήσω άλλο τσαμπουκά στα νιάτα μου στον έναν
πριν τον άφοβο μηδέν φόβο και σε πολλά αρνούμενα
της χελώνας μάθησης αφού είμαι της ρόμπας ανθρωπίλας"
Κι οι άνθρωποι ήταν κακοντυμένοι εαυτοί
Και γίνανε καλοντυμένοι φονιάδες
Αυτοί που σ΄αφήνουν σακάτη σε τροχαίο και ζητάν αθώωση
πουλώντας τη μάνα τους σε μιαμόρ δικηγόρους με λυριά
Σκυλιά ζουν με την ατίμωση και το υπερπέραν των χαρτιών
των ντουβαριών και ψυχαναγκασμού γιαπωνέζας λαμαρίνας
Μετά στο τέλμα μιας πρώην ποζέρι ψυχασθενούς τσέπης
σου σπαν τ΄αρχίδι κι ειρμό της αγαπημένης σου κατάθλιψης
χτίσαμε λανθάνων πάνω απ΄ τον δικό τους κομπόστα κήπο
τους φυτεμένους δήθεν εραστές φίλους φόβους μας
Και ποιος τους άντεξε φινάλε κάτ΄ απ΄ τις αξίες δασκάλων
που μυρίζουν ακόμα υποχθόνια ψαρίλα τα βράδια μας;
που μυρίζουν ακόμα υποχθόνια ψαρίλα τα βράδια μας;
Κι έμεινε το σχωρεμένο χαλάλι
του μοιρασμένου χρόνου της ανοσίας αυτής -
Αυτής της δικιά μας με φάρμακα αντοχής
και δεμένης πισθάγκωνα λολίτας ανοχής
Σ΄ ότι δεν υπήρξε ποτέ
κι ούτε θα υπάρξει μεγαλύτερη εφεύρεση
απ' την ακόρεστη φοβισμένη μαλακίας μας
