Βαδίζουν προς τα κει
που δεν φυτρώνει καμιά σύγκρουση
Θες να σουμάρω τα – φοβάμαι μας
Τα σελέμικα κουσούρια τους
Το συμπαντικό ζοριλίκι τους
Το καταπληκτικό τους μαύρο;
Όχι
Ανεβαίνω ακόμα σε λυτές σκαλωσιές
Περιμένω άξαφνα τηλέφωνα που κάνουν θόρυβο εντατικής
Περιμένω γαμάτες διαγνώσεις
και μια ακόμα βλαμμένη σωματοποίηση
Αντέχονται
Κι όλα διάγουν ως η ψίχουλα τιμή μου στον αρχικό φθόγγο
της λέξης -Ύπαρξη"
Θες να φουλάρω δια ροπάλου μ΄ αποδοχή το στέρνο σου
δίχως να φοβάται ουδείς αγάπη μου
Να σε αδειάσω από σπέρμα και σκέψεις
Μπορώ ακόμα και να επαναφέρω στη μνήμη σου
την ερώτηση -ταυτίζεσαι;
Όχι
Πες μου καλύτερα το μονάκριβο σου σόκιν ανέκδοτο
για βρέφη γεννημένα από βρυκόλακες μανάδες
Κι αν μπορείς ματαίωσε γήινα το - ίσως ξαναγίνω μου"
Ασπόνδυλο ποντίκι σ΄ οχτάκλινο
Φωτομοντέλο κάτω από μπανιστιρτζήδες μαγνήτες
Πειραματόζωο αντικρουόμενων ιατρικών συνταγών
Θέλεις να κάνω ποίημα αυτό
που μας γαμάει κάθε μέρα αγάπη μου;
Όχι
Θέλω να με μάθεις να αναγνωρίζω τον αφεμό μου
στο βυζί της αποδοχής των πάντων
Έτσι όπως ακριβώς είναι
Βγάζοντας έναν σκασμό σιωπή
Αγάπη μου
